“Σχέδιο συμφωνίας” για κατάπαυση του πυρός στη Λιβύη εκπόνησε ο ΟΗΕ

Οι εμπόλεμοι στη Λιβύη που συνομιλούν στη Γενεύη επεξεργάσθηκαν ένα “σχέδιο συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός” που θα επιτρέψει στα Ηνωμένα Έθνη να επιβλέψουν “την ασφαλή επιστροφή των αμάχων στις ζώνες τους”, ανακοίνωσε σήμερα ο ΟΗΕ.

“Τα δύο μέρη συμφώνησαν να παρουσιάσουν το σχέδιο συμφωνίας στους αντίστοιχους ηγέτες τους για νέες διαβουλεύσεις και να συνεδριάσουν και πάλι τον ερχόμενο μήνα για να επαναλάβουν τις συνομιλίες”, ανέφερε σε ανακοίνωσή της η αποστολή του ΟΗΕ στη Λιβύη (UNSMIL).

Θα πρέπει στη συνέχεια να οριστικοποιήσουν τη συμφωνία ετοιμάζοντας τις “επιτροπές που έχουν επιφορτιστεί με την εφαρμογή”, διευκρινίζεται στην ανακοίνωση, που εκδίδεται την επομένη της λήξης του δεύτερου κύκλου στρατιωτικών συνομιλιών.

Αν η συμφωνία επικυρωθεί από τα δύο στρατόπεδα, η UNSMIL θα αναλάβει να επιτηρήσει την κατάπαυση του πυρός με την Κοινή Στρατιωτική Επιτροπή (JMC, σύμφωνα με τα αγγλικά αρχικά της) η οποία αποτελείται από δέκα υψηλόβαθμους στρατιωτικούς αξιωματούχους – πέντε από κάθε πλευρά.

Από το 2015 δύο αντίπαλες αρχές διεκδικούν την εξουσία στη Λιβύη: η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (ΚΕΕ), η οποία αναγνωρίζεται από τον ΟΗΕ και έχει την έδρα της στην Τρίπολη, και μια εξουσία την οποία εκπροσωπεί ο Χαλίφα Χάφταρ στην ανατολική Λιβύη, ο οποίος εξαπέλυσε τον Απρίλιο του 2019 επίθεση για να καταλάβει την Τρίπολη.

Μια συμφωνία για την κατάπαυση του πυρός επιτεύχθηκε τον Ιανουάριο υπό την αιγίδα της Ρωσίας, που υποστηρίζει τον στρατάρχη Χάφταρ, και της Τουρκίας, συμμάχου του Σάρατζ, όμως η εκεχειρία παραβιάστηκε κατ΄επανάληψη.

Σήμερα η UNSMIL ανανέωσε την έκκλησή της στα δύο μέρη να “σεβαστούν πλήρως την παρούσα κατάπαυση του πυρός και την προστασία του άμαχου πληθυσμού, των ζωτικής σημασίας αγαθών και υποδομών”.

Οι στρατιωτικές συνομιλίες είναι ένα από τα τρία σκέλη του ενδολιβυκού διαλόγου που διεξάγεται υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, με τα δύο άλλα να είναι το πολιτικό και το οικονομικό, κυρίως για τον διαμοιρασμό του πλούτου της χώρας. Δύο συναντήσεις για το οικονομικό σκέλος έχουν ήδη πραγματοποιηθεί τις τελευταίες εβδομάδες στην Τυνησία και στο Κάιρο.

Ο πολιτικός διάλογος, που αναμένεται να ξεκινήσει μεθαύριο, Τετάρτη, θα περιλαμβάνει εκπροσώπους των δύο λιβυκών στρατοπέδων και προσωπικότητες που έχουν προσκληθεί από τον απεσταλμένο του ΟΗΕ Γασάν Σαλάμε.

Η ατζέντα των συνομιλιών αυτών στη Γενεύη θα “αντλήσει έμπνευση από την μεγάλη εθνική διάσκεψη που θα προσπαθούσαμε να κάνουμε τον περασμένο έτος αν δεν είχε ξεσπάσει ο πόλεμος”,δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ο Σαλάμε σε μια συνέντευξη στο Γαλλικό Πρακτορείο.

Η διάσκεψη αυτή, που είχε προβλεφθεί να διεξαχθεί τον περασμένο Απρίλιο και αναβλήθηκε επ΄αόριστον λόγω της επίθεσης του στρατάρχη Χάφταρ, είχε σκοπό τη διεξαγωγή προεδρικών και βουλευτικών εκλογών.

Στο μεταξύ, οι βουλευτές που έχουν έδρα σε περιοχές της ανατολικής Λιβύης, η οποία τελεί υπό τον έλεγχο του Χαλίφα Χάφταρ, δήλωσαν σήμερα ότι δεν θα συμμετάσχουν προς το παρόν στις ειρηνευτικές συνομιλίες με πολιτικούς που είναι σύμμαχοι της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης.

Οι βουλευτές αυτοί δήλωσαν πως τα Ηνωμένα Έθνη, υπό την αιγίδα των οποίων πραγματοποιούνται οι συνομιλίες στη Γενεύη, δεν ενέκριναν όλα τα μέλη της αντιπροσωπείας που είχαν προτείνει.

Ο ΟΗΕ σχεδίαζε να φέρει μαζί βουλευτές από αμφότερες τις πλευρές της σύγκρουσης στη Λιβύη την Τετάρτη προκειμένου να τελειώσουν οι μάχες για την πρωτεύουσα Τρίπολη, στο πλαίσιο ενός διαλόγου που περιλαμβάνει στρατιωτικές, πολιτικές και οικονομικές πτυχές.

Οι πολιτικές συνομιλίες επρόκειτο να ξεκινήσουν την Τετάρτη, αλλά οι βουλευτές από την ανατολική Λιβύη αρνήθηκαν να λάβουν μέρος επειδή η UNSMIL ενέκρινε μόνον οκτώ από τους 13 εκπροσώπους τους, δήλωσε στους δημοσιογράφους στην ανατολική πόλη Βεγγάζη ο Αχμάιντα Ερούμα, επικεφαλής της επιτροπής της Γενεύης στο Κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης.

Η UNSMIL δεν ήταν άμεσα διαθέσιμη για σχόλιο.

Η Λιβύη σπαράζεται από βία και μάχη για την εξουσία μετά την πτώση του καθεστώτος του Μουάμαρ Καντάφι το 2011. Από τον Απρίλιο του 2019, οι συγκρούσεις έχουν προκαλέσει τον θάνατο τουλάχιστον 1.000 ανθρώπων ενώ 140.000 έχουν εκτοπιστεί, σύμφωνα με τον ΟΗΕ.