Το ΑΛΒΑΒΗΤΑΡΙ των ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ από τον αναπληρωτή Σύμβουλο Ασφάλειας Θάνο Ντόκο (B’ Μέρος)

Οι βασικές έννοιες των ελληνοτουρκικών διαφορών ή σχέσεων   περιγράφονται στο Αλφαβητάρι των Ελληνο-Τουρκικών σχέσεων που είχε δημοσιεύσει ο Δρ. Θάνος  Ντόκος για το ΕΛΙΑΜΕΠ το 2010, όταν ήταν επικεφαλής του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής

Δημοσιεύουμε τα βασικότερα στοιχεία  από την εργασία του, με αφορμή και τις τελευταίες εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά, όπως και τις δηλώσεις του γύρω από το θέμα της διαπραγμάτευσης με την Τουρκία. 

ΜΕΡΟΣ Β

ΔιεθνέςΔικαστήριοτηςΧάγης(International Court of Justice)

Το δικαστικό όργανο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Το Διεθνές Δικαστήριο συγκροτείται από 15 δικαστές που εκλέγονται για 9 έτη από το Συμβούλιο Ασφαλείας και τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Οι δικαστές προέρχονται από διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές του πλανήτη και εκλέγονται για 9 έτη με βάση τα προσόντα τους. Δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν δύο δικαστές της ίδιας υπηκοότητας. Για να εκδικαστεί ένα θέμα από το διεθνές δικαστήριο πρέπει όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη να συμφωνούν για την παραπομπή Αλφαβητάρι των Ελληνο-Τουρκικών σχέσεων  της διαφοράς τους σ’ αυτό. Οι εκδιδόμενες αποφάσεις λαμβάνονται μυστικά και κατά πλειοψηφία και είναι υποχρεωτικές, ενώ αντίθετα οι γνωμοδοτήσεις δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα. Όλες οι χώρες που έχουν συνυπογράψει το καταστατικό του Δικαστηρίου μπορούν να παραπέμψουν σε αυτό οποιαδήποτε υπόθεση. Μπορούν επίσης και να προσφύγουν και χώρες που δεν έχουν προσυπογράψει το καταστατικό σύμφωνα πάντα με τους όρους που καθορίζει το Συμβούλιο Ασφαλείας. Η Ελλάδα έχει αποδεχθεί την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, εκτός από θέματα εθνικής ασφάλειας, ενώ η Τουρκία δεν έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία. Το Δικαστήριο δικάζει με βάση το διεθνές δίκαιο αν και είναι γεγονός ότι και πολιτικά κριτήρια λαμβάνονται υπ’ όψιν. Στην περίπτωση Ελλάδας και Τουρκίας εκτιμάται ότι η απόφαση δεν θα δικαιώνει σε απόλυτο βαθμό την ελληνική πλευρά.

Συμφωνίες Χαμηλής Πολιτικής – Οικονομικές σχέσεις

Στο πλαίσιο της ελληνοτουρκικής προσέγγισης που ξεκίνησε από το καλοκαίρι του 1999, έχουν υπογραφεί περίπου 20 διμερείς συμφωνίες σε θέματα οικονομικής, πολιτιστικής, τελωνειακής, επιστημονικής και τεχνολογικής συνεργασίας, προστασίας περιβάλλοντος, καταπολέμηση εγκλήματος, τουρισμού, λαθρομετανάστευσης (την οποία η τουρκική πλευρά στην πράξη δεν εφάρμοσε), κλπ. Οι οικονομικές σχέσεις των δύο πλευρών βελτιώθηκαν σημαντικά με το διμερές εμπόριο να φθάνει τα $3,3 δισ. (2008) και τα $2,3 δισ. (λόγω οικονομικής κρίσης) το 2009, έναντι μόλις $638 εκατ. το 1999, με τις ελληνικές εξαγωγές να παραμένουν έντονα ελλειμματικές. Οι ελληνικές επενδύσεις στην Τουρκία έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά (πιθανώς γύρω στα $8 δισ.), με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την εξαγορά σημαντικού τμήματος της τουρκικής τράπεζας Finansbank από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (η μεγαλύτερηελληνική επένδυση εκτός Ελλάδας, ύψους $5,7 δισ.). Τέλος, κατασκευάζεται αγωγός που θα μεταφέρει (αζερικής προέλευσης) φυσικό αέριο από την Τουρκία στην Ιταλία μέσω Ελλάδας (Turkey-Greece-Italy Interconnector). Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης Ερντογάν υπεγράφησαν 21 νέες συμφωνίες συνεργασίας σε ένα ευρύ φάσμα τομέων.

Συνθήκη Λωζάνης (1923)

Αποτελεί τη βασική συνθήκη ρύθμισης των ελληνο-τουρκικών σχέσεων. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης, η Τουρκία ανακτούσε την Ανατολική Θράκη, την οποία η Συνθήκη των Σεβρών είχε παραχωρήσει στην Ελλάδα. Επίσης, έπαιρνε και πάλι την περιοχή της Σμύρνης. Η Ελλάδα διατήρησε τα νησιά του Αιγαίου, εκτός από δύο στην είσοδο τωνΔαρδανελίων, την Ίμβρο και την Τένεδο, που της είχαν χορηγηθεί με τη Συνθήκη των Σεβρών. Τέλος, η Άγκυρα αναγνώρισε την προσάρτηση της Κύπρου από τη Μεγάλη Βρετανία και των Δωδεκανήσων από την Ιταλία. Επίσης, συμφωνήθηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ενώ εξαιρέθηκαν οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης και οι Έλληνες που ήταν εγκαταστημένοι πριν το 1918 στην Κων/πολη.  

Αμοιβαία μείωση αμυντικών δαπανών 

Προφανώς η πρόταση θα ακουγόταν εξαιρετικά ελκυστική για την Ελλάδα, ακόμη και  αν δεν υπήρχε η οικονομική κρίση. Βεβαίως, οι υψηλές αμυντικές δαπάνες -ιδιαίτερα για την ελληνική πλευρά που έχει μια μονοδιάστατη αντίληψη εξωτερικής απειλής- είναι το σύμπτωμα. Το πρόβλημα είναι οι διμερείς διαφορές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και οι διεκδικήσεις της ‘Αγκυρας στο Αιγαίο. Οσον αφορά στην αμοιβαία μείωση των αμυντικών δαπανών, υπάρχουν μια σειρά από τεχνικού χαρακτήρα δυσκολίες, όπως η ανάγκη αξιόπιστου μηχανισμού επαλήθευσης και οι σημαντικές διαφορές στο καθαρό ύψος των αμυντικών δαπανών και το στάδιο υλοποίησης εξοπλιστικών προγραμμάτων (και ανειλημμένων υποχρεώσεων) των δύο  χωρών. Υπάρχει, όμως, και ένα πολιτικό ζήτημα: η μείωση των αμυντικών δαπανών εκτός από οικονομικά, θα έχει και πολιτικά οφέλη για τον κ. Ερντογάν στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης με τους Στρατηγούς. ‘Εχει όμως την ικανότητα να επιβάλλει μια τέτοια απόφαση (ή έστω μια λιγότερο συγκρουσιακή συμπεριφορά στο Αιγαίο); 

Ευρω-τουρκικές σχέσεις

Μετά από αποτυχημένες (επισήμως λόγω του ελληνικού βέτο) προσπάθειες πολλών ετών, η Τουρκία ξεκίνησε το 2005 ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ. Από τα 35 «κεφάλαια» που αποτελούν το ευρωπαϊκό κεκτημένο (σε θέματα όπως ενέργεια, ανθρώπινα δικαιώματα, απασχόληση, μεταφορές, δικαστικό σύστημα, περιβάλλον, κλπ.), έχει κλείσει μόνο ένα (έρευνα και τεχνολογία), ενώ άλλα 8 κεφάλαια έχουν μπλοκαριστεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο λόγω της μη-τήρησης των σχετικών υποχρεώσεων από την Τουρκία σχετικά με το άνοιγμα των τουρκικών λιμένων και αεροδρομίων σε κυπριακά πλοία και αεροπλάνα και άλλα 5 από τη Γαλλία (κεφάλαια που έχουν σχέση με την πλήρη ένταξη της υποψήφιας χώρας). Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες βλέπουν με σκεπτικισμό το ενδεχόμενο ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ. Ακόμη και αν ξεπεραστούν τα διάφορα προβλήματα (και τα σχετικά δημοψηφίσματα σε χώρες όπως η Γαλλία και η Αυστρία δεν είναι αρνητικά), δεν προβλέπεται ένταξη της Τουρκίας πριν από τουλάχιστον 10 χρόνια. Η Ελλάδα υποστηρίζει την τουρκική ένταξη διότι απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ομαλοποίηση των σχέσεων της Αγκυρας με την Ελλάδα και την Κύπρο και διότι θεωρεί ότι μια «ευρωπαϊκή» Τουρκία θα αποτελέσει έναν καλύτερο γείτονα. Αυτή τη στιγμή πάντως, ως πιθανότερο σενάριο θεωρείται μια «ειδική σχέση» της Τουρκίας με την ΕΕ και όχι η πλήρης ένταξη. 

Ελληνοτουρκική προσέγγιση («Διπλωματία των Σεισμών»)

Η ελληνοτουρκική προσέγγιση ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1999, όταν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είχαν φθάσει στο ναδίρ τους κατόπιν διαδοχικών κρίσεων (Ίμια, S- 300, υπόθεση Οτζαλάν) και διευκολύνθηκε σημαντικά από την αντίδραση της ελληνικής και τουρκικής κοινής γνώμης μετά τους σεισμούς σε Κων/πολη (Αύγουστος) και Αθήνα (Σεπτέμβριος), οδήγησε στη «συμφωνία του Ελσίνκι» (Δεκέμβριος 1999), την υπογραφήαρκετών διμερών συμφωνιών, καθώς και Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και σε βελτίωση του κλίματος και μείωση της έντασης ανάμεσα στις δύο χώρες. Ωστόσο, δεν έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος στα λεγόμενα ζητήματα «υψηλής πολιτικής» (ζητήματα Αιγαίου).

Σχέδιο Βαριοπούλα (Balyoz)

Πρόσφατα η κυβέρνηση Ερντογάν κατηγόρησε υψηλόβαθμους αξιωματικούς των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων ότι το 2003 είχαν επεξεργαστεί σχέδια πρόκλησης θερμού επεισοδίου με την Ελλάδα (ακόμη και με την κατάρριψη τουρκικού αεροσκάφους από «φίλια πυρά») με στόχο την αποσταθεροποίηση της Τουρκίας και τελικώς την αποπομπή της κυβέρνησης ΑΚΡ.

Σεπτεμβριανά

Την 6η Σεπτεμβρίου 1955, λόγω των διεθνών διεργασιών για το Κυπριακό και με αφορμή μια βόμβα που ένας Τούρκος πράκτορας τοποθέτησε στο σπίτι που γεννήθηκε ο Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη, ένας τουρκικός όχλος, με την ανοχή των τουρκικών αρχών, όπως αποδείχθηκε το 1960 κατά τη δίκη του τότε πρωθυπουργού Αντνάν Μεντερές, βιαιοπράγησε σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού της Κων/πολης (με αριθμό δολοφονιών,

βιασμών και ξυλοδαρμών) και λεηλάτησε ελληνικά σπίτια, καταστήματα, σχολεία και νεκροταφεία. Τα γεγονότα αυτά αποτέλεσαν το πρώτο μεγάλο πλήγμα κατά του ελληνισμού της Κων/πολης. Το 1964 οι περισσότεροι από τους εναπομείναντες Ρωμιούς της Πόλης απελάθηκαν ή υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους και να εγκατασταθούν στην Ελλάδα. Από τους 100.000 Έλληνες κατοίκους της Πόλης το 1923, σήμερα απομένουν λιγότεροι από 3.500 (συμπεριλαμβανομένων και των μικτών γάμων), ενώ από τους 8.200 κατοίκους της Ίμβρου και της Τενέδου παραμένουν ελάχιστοι ηλικιωμένοι.

Δεκαετία 1930

Μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-22 και τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, στόχο του Βενιζέλου αποτελούσε η διασφάλιση ενός κλίματος ύφεσης κυρίως με τα όμορα κράτη που θα επέτρεπαν στη χώρα να επιδοθεί ανεπηρέαστα σε ένα μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό έργο, κάτι απαραίτητο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την εισροήμεγάλου αριθμού προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Πρώτος σταθμός της διπλωματικής δραστηριότητας του Βενιζέλου ήταν η Ιταλία. Στη συνέχεια, η Ελληνοτουρκική Συνθήκη Φιλίας, Ουδετερότητος, Διαλλαγής και Διαιτησίας και το Πρωτόκολλο Περιορισμού των Ναυτικών Εξοπλισμών υπεγράφησαν στην Άγκυρα στις 30 Οκτωβρίου 1930. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1933 υπογράφηκε το Σύμφωνο της Άγκυρας (Σύμφωνο Εγκάρδιας Συνεννόησης). Οι δύο χώρες ανελάμβαναν την εγγύηση του «κοινού των συνόρων», καθώς και την υποχρέωση να συνεννοούνται για διεθνή ζητήματα που τις αφορούσαν. 

Κυπριακό πρόβλημα

Αν και τυπικά δεν αποτελεί διμερές ζήτημα, το Κυπριακό έχει παίξει σημαντικό ρόλο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ο πρέσβης ε.τ. Βύρων Θεοδωρόπουλος εκτιμά ότι όλες οι διαφορές οι σχετικές με το Αιγαίο είτε εφευρέθηκαν είτε διογκώθηκαν από την Άγκυρα που κακώς υπολόγιζε ότι θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως αντίβαρο στα θέματα της Κύπρου. 

Η Ελλάδα αποτελεί, μαζί με την Τουρκία και τη Βρετανία, εγγυήτρια δύναμη και έχει αναπτύξει στρατιωτική δύναμη στην Κύπρο (Ελληνική Δύναμη Κύπρου/ΕΛΔΥΚ). Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πλήρης ομαλοποίηση των σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας χωρίς πρότερη επίλυση του Κυπριακού προβλήματος.  Το 2004 υπεβλήθη από τα Ηνωμένα Έθνη (κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ των εμπλεκομένων μερών) ένα σχέδιο για την επίλυση του Κυπριακού (Σχέδιο Ανάν). Στο δημοψήφισμα που διεξήχθη, η τουρκοκυπριακή πλευρά ψήφισε υπέρ σε ποσοστό 65%, ενώ οι Ελληνοκύπριοι το καταψήφισαν σε ποσοστό 76%. Έχουν γίνει πολλές (και έντονες) συζητήσεις σχετικά με τις αδυναμίες του Σχεδίου Ανάν και οι περισσότεροι αναλυτές εξακολουθούν να αμφισβητούν τη λειτουργικότητα και βιωσιμότητά του. Τον τελευταίο χρόνο διεξήχθησαν διακοινοτικές συνομιλίες για την επίλυση του Κυπριακού. Μετά την εκλογή, όμως, του σκληροπυρηνικού κ. Ντερβίς ‘Ερογλου στα Κατεχόμενα, εκτιμάται ότι οι διακοινοτικές συνομιλίες θα δώσουν τη θέση τους σε μια διεθνή διάσκεψη. 

Πρωτόκολλο Παπούλια-Γιλμάζ (Μέτρα Οικοδόμησης

Εμπιστοσύνης) Στο πλαίσιο της βραχύβιας ελληνοτουρκικής ύφεσης επί εποχής Νταβός, υπογράφηκε από τους τότε Υπουργούς Εξωτερικών Κάρολο Παπούλια και Μεσούτ Γιλμάζ ένα πρωτόκολλο μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης το οποίο προέβλεπε μεταξύ άλλων δίμηνο  μορατόριουμ στην πραγματοποίηση στρατιωτικών ασκήσεων στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου. Για σημαντικά χρονικά διαστήματα το Πρωτόκολλο δεν τηρήθηκε στην πράξη, κυρίως με τουρκική υπαιτιότητα.  Στην περίοδο μετά το 1999, συμφωνήθηκαν μια σειρά μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, όπως θερινό μορατόριουμ τετράμηνης διάρκειας στις στρατιωτικές ασκήσεις στο Αιγαίο, ανταλλαγή επισκέψεων σε επίπεδο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων καιΣτρατιωτικών Σχολών, θερμή γραμμή επικοινωνίας σε περίπτωση εκτάκτων περιστατικών, συνεργασία σε ειρηνευτικές αποστολές και φυσικές καταστροφές, κλπ. 

Πολιτική μηδενικών προβλημάτων με τις γειτονικές χώρες

Υπό την καθοδήγηση του συμβούλου του πρωθυπουργού Ερντογάν και του προέδρου Γκιούλ, και νυν υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου, η Τουρκία έχει αποδυθεί τα τελευταία χρόνια σε μια μεθοδική προσπάθεια να εξελιχθεί σε αποδεκτό διαμεσολαβητή σε μια σειρά περιφερειακών συγκρούσεων και να αναβαθμίσει το ρόλο της στο μουσουλμανικό κόσμο, αλλά και στο διεθνές σύστημα γενικότερα. Η Άγκυρα αποπειράται την οικοδόμηση της εξωτερικής της πολιτικής κατά μήκος εναλλακτικών στρατηγικών αξόνων («στρατηγικό βάθος») και όχι μόνο του δυτικού άξονα. Στο πλαίσιο της «πολιτικής μηδενικών προβλημάτων», η Τουρκία έχει αποδυθεί τα τελευταία 2-3 χρόνια σε μια προσπάθεια ομαλοποίησης των σχέσεων με γειτονικές χώρες. Η προσπάθεια ήταν λιγότερο ή περισσότερο επιτυχημένη με τη Συρία, το Ιράν και το Ιράκ, με την Αρμενία υπήρξε πρόοδος αλλά η διαδικασία έχει παγώσει, ενώ με την Ελλάδα και την Κύπρο δεν υπήρξαν ουσιαστικές αλλαγές.