Αλήθειες και ψέματα για την τουρκική εξωτερική πολιτική

Σε ένα πρόσφατο άρθρο στο «Politico», ο Paul Taylor αναρωτήθηκε “πόσο ανεξέλεγκτη μπορεί να γίνει η Τουρκία;”, παραθέτοντας μια σειρά γεγονότων που τα τελευταία χρόνια έχουν καταστήσει τον Ερντογάν έναν “νευρικό” εταίρο για τη Δύση. Αν το ερώτημα του Taylor φαντάζει για την Ευρώπη μια σημαντική πρόκληση…, για την Ελλάδα είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας, καθώς η “νευρικότητα” της Τουρκίας ισοδυναμεί με παραβιάσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων μας στην ανατολική Μεσόγειο.

Συνεπώς, η απάντηση του ερωτήματος “μέχρι που είναι ικανή να φτάσει η Άγκυρα για να πετύχει τους στόχους της” είναι πράγματι αναγκαία. Για να είναι όμως και χρήσιμη, οφείλει πρώτα να έχει εξεταστεί η τουρκική εξωτερική πολιτική μέσω μιας ολιστικής προσέγγισης που θα λαμβάνει υπ’ όψιν τους στρατηγικούς στόχους της Άγκυρας, την τουρκική νοοτροπία (mind-set), τις κυρίαρχες τουρκικές αντιλήψεις αλλά και τις αντικειμενικές δυνατότητες του τουρκικού κράτους. Με άλλα λόγια, να ξεφύγει από τη μέγγενη του ελληνικού εθνικισμού και του λαϊκισμού και να δει τη Τουρκία ως είναι… και όχι όπως θα θέλαμε να είναι.

Η σχέση με τις ΗΠΑ αναγκαία και απαραίτητη

Αλήθεια πρώτη: Διαχρονικά, στρατηγικός στόχος της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής είναι η αναγνώριση της Τουρκίας ως περιφερειακού ηγεμόνα της Ανατολικής Μεσογείου. Η αναγνώριση αυτή μπορεί να έλθει πρωτίστως από την ισχυρότερη δύναμη του διεθνούς συστήματος, δηλαδή τις ΗΠΑ – και μόνο δευτερευόντως από τη Ρωσία και τη Κίνα. Υπό αυτό το πρίσμα, οι κυρίαρχες τουρκικές ελίτ, το πολιτικο-στρατιωτικό κατεστημένο και το βαθύ κράτος της Τουρκίας μπορεί να διαφωνούν σε πολλά, αλλά συμφωνούν σε ένα… πως η σχέση της Τουρκίας με τις ΗΠΑ είναι αναγκαία και απαραίτητη. Με άλλα λόγια, οι περιοδικές εντάσεις στις σχέσεις των δυο χωρών ή οι προσωπικές αντιπαλότητες των Προέδρων Τραμπ και Ερντογάν δεν πρόκειται να αμφισβητήσουν ουσιαστικά την ένταξη της Τουρκίας στο δυτικό μπλοκ δυνάμεων στο άμεσο μέλλον.

Αλήθεια δεύτερη: Το δόγμα του στρατηγικού βάθους είναι ακόμα ζωντανό αλλά φανερά παραλλαγμένο. Για τον Αχμέτ Νταβούτογλου, θεμελιωτή του δόγματος και πρώην υπουργό Εξωτερικών και μετέπειτα πρωθυπουργό της Τουρκίας, η επίτευξη της τουρκικής ηγεμονίας στην περιοχή περνούσε μέσα από τη χρήση ήπιας ισχύος και τη διατήρηση καλών σχέσεων με τα γειτονικά μουσουλμανικά κράτη. Σήμερα, ο Ερντογάν διατηρεί αλώβητο τον στόχο της ηγεμονίας στην περιοχή ασκώντας ήπια ισχύ και βαθαίνοντας τις σχέσεις με τα γειτονικά κράτη, αλλά δεν διστάζει να απειλεί με χρήση στρατιωτικής ισχύος όταν θίγονται τα συμφέροντα του.

Σχέσεις ασύμμετρης αλληλεξάρτησης

Αλήθεια τρίτη: Οι σχέσεις Τουρκίας-Ρωσίας είναι σχέσεις ασύμμετρης αλληλεξάρτησης, διέπονται από κοινούς στόχους αλλά και από ιστορική αντιπαλότητα που απορρέει από τα αντικρουόμενά τους συμφέροντα. Αυτό που συνδέει πρωτίστως Μόσχα και Άγκυρα, είναι οι οικονομικές τους σχέσεις, που ανέρχονται σε πολλά δισεκατομμύρια, αλλά και ο στόχος της αναγνώρισής τους ως κυρίαρχους περιφερειακών παικτών στην ευρύτερη περιοχή. Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται όμως και η μεγάλη τους απόκλιση: τα μέσα που χρησιμοποιεί η κάθε πλευρά για να πετύχει την περιφερειακή ηγεμονία προσκρούουν στα ζωτικά συμφέροντα της άλλης. Γι’ αυτό τον λόγο, βλέπουμε Πούτιν και Ερντογάν να συγκρούονται στα επιμέρους (Λιβύη, Συρία, Καύκασο), αλλά αυτές οι συγκρούσεις να μην καταλήγουν σε ουσιαστική απομάκρυνση των δύο χωρών. Άρα θα ήταν λάθος τόσο να πιστέψουμε πως οι δύο χώρες θα οδηγηθούν σε μια στρατηγικού τύπου συμμαχία όσο όμως και να πιστέψουμε πως θα έρθουν σε πλήρη ρήξη το επόμενο διάστημα.

Αλήθεια τέταρτη: Η τουρκική προκλητικότητα δεν θα σταματήσει. Όσο τα καθεστώτα της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής συνεχίζουν να είναι «καθηλωμένα» από εσωτερικούς τριγμούς, η Ευρώπη αδύναμη να την περιορίσει και οι ΗΠΑ εγκλωβισμένες στη διατήρηση της Άγκυρας στο ΝΑΤΟ, τόσο η Τουρκία θα συνεχίζει να προκαλεί και να αποκτά επιρροή είτε μέσω της χρήσης ήπιας είτε μέσω της σκληρής ισχύος.

Ούτε αναρθολογικός ούτε απομονωμένος

Ψέμα πρώτο: Ο Ερντογάν είναι ανορθολογικός παίκτης. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο λάθος από το να πιστεύει κανείς πως ο Τούρκος ηγέτης είναι ανορθολογικός. Σε όλη του τη πολιτική πορεία, ο Ερντογάν έχει αποδείξει πως κινείται και αποφασίζει υπολογίζοντας το κόστος και το όφελος της κάθε του ενέργειας. Ακόμα και όταν, το 2015, ο τουρκικός στρατός κατέρριψε το ρωσικό Sukhoi, προκαλώντας την κλιμάκωση των ρωσοτουρκικών σχέσεων, όταν αντελήφθη το λάθος του δεν δίστασε να “υποκλιθεί” στον Πούτιν, ώστε να πετύχει την αποκλιμάκωση της έντασης. Αντίστοιχα, όταν εισέβαλλε στη Συρία κατά του PYD/YPG, εκτίμησε σωστά πως οι ΗΠΑ δεν θα επέμβουν και πως η Ρωσία δεν θα υπερασπιστεί τους Κούρδους, αν ο ίδιος δεν κινηθεί κατά του Άσαντ – όπως και έκανε.

Ψέμα δεύτερο: Ο Ερντογάν είναι απομονωμένος. Ο Ερντογάν όχι μόνο δεν είναι απομονωμένος αλλά, αντίθετα, είναι πιο ενισχυμένος από ποτέ. Η Τουρκία συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις της Αστάνα για το μέλλον της Συρίας, ισορροπεί ανάμεσα σε Μόσχα και Ουάσιγκτον κάνοντας συμφωνίες δισεκατομμυρίων, σπάει αποδεδειγμένα το εμπάργκο όπλων στη Λιβύη μεταφέροντας οπλισμό στον Σαράζ, καθώς και επεμβαίνει στρατιωτικά σε τρίτο κράτος χωρίς να υποστεί σκληρές κυρώσεις από τη διεθνή κοινότητα. Τέλος, παρά τις σχετικές δηλώσεις των Ευρωπαίων ηγετών, συνεχίζει να συνομιλεί με προσωπικότητες όπως η Μέρκελ ή ο Κόντε ενώ την ίδια στιγμή εκβιάζει σύσσωμη την Ευρώπη μέσω του προσφυγικού/μεταναστευτικού.

Ψέμα τρίτο: Η Τουρκία ανταγωνίζεται την Ελλάδα. Σήμερα, μετά από δέκα χρόνια κρίσης, η Αθήνα έχει βρεθεί αρκετά βήματα πίσω σε σχέση με την Άγκυρα. Εν αντιθέσει με εμάς, που “σκοτωνόμαστε” για το όνομα της Μακεδονίας, οι Τούρκοι έχουν αξιοποιήσει τη γεωπολιτική τους θέση στο έπακρο, ενώ μέσω της οικονομίας και της πολιτισμικής / θρησκευτικής εγγύτητας έχουν αποκτήσει πρόσβαση και επιρροή σε μια σειρά κρατών της γειτονιάς μας. Αυτό δεν σημαίνει πως το χάσμα των δύο χωρών είναι αγεφύρωτο, αλλά πως η Τουρκία γνωρίζει αυτή την ασυμμετρία και την εκμεταλλεύεται στον βαθμό που δεν προκαλεί μια στρατιωτική σύρραξη που θα της προκαλούσε σημαντικά πλήγματα.

Αντί επιλόγου

Ο Σουν Τζου έγραφε πως “τακτικοί ελιγμοί χωρίς στρατηγική είναι θόρυβος πριν την ήττα”. Αν λοιπόν θέλουμε πραγματικά να διαφυλάξουμε την ειρήνη και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, οφείλουμε ως κράτος να προχωρήσουμε σε τακτικούς ελιγμούς που θα εξυπηρετούν μια στρατηγική η οποία θα απαντά στο τι κάνει η Τουρκία και όχι στο πως θα θέλαμε την Τουρκία ή τι θα θέλαμε να κάνει.