NATO και Ουάσινγκτον υπέρ Τουρκίας – Απούσα η Ελλάδα

Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση οργάνωσε το  « Γερμανικό  Ταμείο Μάρσαλ των ΗΠΑ»  (German Marshall Fund of the United States*), πριν από λίγες μέρες, στις Βρυξέλλες για τις «Ρώσο -Τουρκικές Σχέσεις». H συζήτηση έδειξε το τεράστιο ενδιαφέρον των ΝΑΤΟικών κύκλων για επαναπροσέγγιση της Τουρκίας ώστε να απομακρυνθεί πλήρως από τη Ρωσία, την μεγάλη σημασία που εκφράζουν οι αμερικανοί για το ρόλο της Τουρκίας. Δυστυχώς σ όλη αυτή τη συζήτηση φάνηκε η απόλυτη και καθολική  απουσία της Ελλάδας. Το σημαντικότερο: Οι σχεδιασμοί γίνονται χωρίς την Ελλάδα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η Ελλάδα και η Κύπρος. Υπάρχει δε απόλυτη απουσία από την όλη συζήτηση, του ρόλου της Ελλάδας , της πολιτικής της Ελλάδας ή των συμφερόντων της Ελλάδας.

Το κεντρικό θέμα λοιπόν της συζήτησης ήταν οι σχέσεις Τουρκίας- Ρωσίας και πως η Δύση (ΝΑΤΟ-ΕΕ) θα διασπάσουν την σημερινή σχέση της Τουρκίας με τη Ρωσία.  Οι σχέσεις Τουρκίας-Ρωσίας χαρακτηρίζονται «αμφιλεγόμενες…, οι οποίες από σχέσεις ανοιχτής εχθρότητας κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου εξελίχθηκαν σε “κατακερματισμένες” σχέσεις κατά την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας και κατέληξαν στις σημερινές σχέσεις ανταγωνιστικής συνεργασίας».

Η συζήτηση επιβεβαιώνει επίσης την στροφή των ΗΠΑ προς την Τουρκία, ακόμη και αυτό σημαίνει μειωμένη στήριξη στις  ελληνικές θέσεις.

Είναι χαρακτηριστικό η αναφορά στην Ελλάδα υπάρχει μόνο ως περιοχή ανάσχεσης της ρωσικής πρόσβασης στην Μεσόγειο. «Τα Στενά του Βοσπόρου και δευτερευόντως τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη αποτέλεσαν επί σειρά δεκαετιών μέσο περιορισμού της Ρωσίας από το ΝΑΤΟ» αναφέρθηκε στην συζήτηση.

Αντιθέτως «Η Τουρκία αποτελεί τον de facto ηγέτη ή επικεφαλής δρώντα του ΝΑΤΟ στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και πάντα επιθυμούσε αυτόν τον ρόλο, αλλά δυστυχώς αντιτασσόταν σε κάθε νατοϊκή πρωτοβουλία για ενίσχυση του Αρχηγείου εκεί».

 Στην συζήτηση διατυπώθηκε η άποψη ότι  η στενότερη σχέση Ρωσίας- Τουρκίας δεν πρόκειται να εξελιχθεί  σε στρατηγική σχέση. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι σχεδόν στο σύνολό τους οι ομιλητές θεωρούν συγκυριακή και αμφιλεγόμενη  την στροφή της Τουρκίας προς την Ρωσία και ουσιαστικά θεωρούν , παρά την κρίση, ότι δεν εύκολο για την Άγκυρα να διατηρήσει αυτή την τακτική. Αυτό που φαίνεται να θέλουν  όλοι, είναι να αναβαθμιστεί ο ρόλος της Τουρκίας στη Μαύρη Θάλασσα και κυρίως να αναχαιτίζει τις ρωσικές πολιτικές σε κάθε πεδίο.

 Είναι σαφές επίσης ότι η Ελλάδα δεν θεωρείται στην περιοχή, ισχυρός παράγοντας  αυτό άλλωστε το γνωρίζουμε, παρά το γεγονός  ότι υπηρετεί χωρίς καμία  παρέκκλιση , ούτε καν διαφορετική άποψη τις πολιτικές των ΗΠΑ ή του ΝΑΤΟ, διαθέτει βάσεις που διευκολύνουν την πολιτική των ΗΠΑ στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο και φυσικά κανείς δεν φαίνεται να έχει στην ατζέντα του τις σχέσεις Ελλάδας –Τουρκίας. Πλην  του Μπεν Χότζες, απόστρατου στρατηγού που είπε ότι αν δεν ήταν το ΝΑΤΟ, θα είχαν γίνει 2-3 πόλεμοι μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας !

Τοποθετήσεις

    Στον ρόλο της Τουρκίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, επικέντρωσε στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Ben Hodges, απόστρατος αντιστράτηγος και συνεργάτης του “The Center for European Policy Analysis”, σημειώνοντας ότι τα Στενά του Βοσπόρου και δευτερευόντως τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη αποτέλεσαν επί σειρά δεκαετιών μέσο περιορισμού της Ρωσίας από το ΝΑΤΟ. “Η Τουρκία έπαιξε τον ρόλο της εξαιρετικά, υπήρξε επί μακρόν αξιόπιστος σύμμαχος”, σχολίασε. “Ακόμα και ο σημερινός Υπουργός Άμυνας υπηρέτησε στα κεντρικά του ΝΑΤΟ. Τέτοιου είδους ποιότητα έχουμε μάθει να αναμένουμε από τους αξιωματικούς της Τουρκίας”, συμπλήρωσε. Το γεγονός ότι στο όριο μεταξύ Τουρκίας και Συρίας υπήρχαν δύο διοικήσεις, ευρωαμερικανική και κεντρική αμερικανική, είχε ως αθέλητη αρνητική συνέπεια να μην εκτιμηθεί όσο θα έπρεπε ο ρόλος της Τουρκίας, υποστήριξε. “Είναι καιρός να επαν-εφευρεθεί η σχέση ΗΠΑ- Τουρκίας”, κατέληξε.

    Πρόβλημα αποτελεί για τον Αμερικανό αντιστράτηγο το γεγονός ότι η Δύση και το ΝΑΤΟ δε διαθέτουν στρατηγική όσον αφορά τη Μαύρη Θάλασσα. Μία ματιά στον χάρτη της περιοχής αρκεί για να αποκαλύψει τη σημασία της Τουρκίας στον περιορισμό του Ιράν και της Ρωσίας, αλλά και στη σταθεροποίηση των Βαλκανίων. “Εάν δεν υπήρχε το ΝΑΤΟ, Τουρκία και Ελλάδα θα είχαν εμπλακεί σε 2-3 διαφορετικές συρράξεις μέχρι στιγμής (χωρίς να περιλαμβάνεται η Κύπρος σε αυτό). Άρα το ΝΑΤΟ είναι σημαντικό για την Τουρκία”, επεσήμανε.

    Όσον αφορά την αγορά των S-400, πρόκειται απλώς για ένα σύμπτωμα της έλλειψης εμπιστοσύνης της Τουρκίας απέναντι στη Δύση και της ανάγκης του Προέδρου για ασφάλεια, υποστήριξε, απορρίπτοντας οιαδήποτε απόδοση της συμφωνίας στην αναθέρμανση των σχέσεων της με τη Ρωσία.

 Η Alina Inayeh, Διευθύντρια του “Black Sea Trust for Regional Cooperation” στο GMF Βουδαπέστης, εντοπίζει στο 2008 μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, όταν η Ρωσία εισήλθε σε μία περίοδο επιθετικότητας, και κυρίως στο 2014 το σημείο-κλειδί που μετουσίωσε τις σχέσεις Ρωσίας-Τουρκίας, όταν η πρώτη εγκαινίασε δυναμικά την εμπλοκή της σε ανοιχτές στρατιωτικές συρράξεις. Η ίδια αρνείται, όμως, να χρησιμοποιήσει τον όρο “συμφιλίωση” για ό,τι συνδέει τις δύο χώρες, επιλέγοντας να κάνει λόγο για περιστασιακή, συναλλακτική συνεργασία.

Στο ιστορικό της σχέσης Τουρκίας – Ρωσίας και στα κύρια χαρακτηριστικά της, εστίασε στην αρχή της τοποθέτησής του ο Mustafa Aydin, Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Kadir Has. Κανένας από τους δύο λαούς δεν έχει ξεχάσει την κοινή τους ιστορία, η οποία διακρίνεται από γεωπολιτικό ανταγωνισμό, εχθρότητα, εδαφικές συρρικνώσεις και υπαρξιακές απειλές. Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα υπήρξαν περίοδοι συνεργασίας, όταν η Τουρκία αισθανόταν ευάλωτη απέναντι στη Δύση, αλλά η σχεδόν μόνιμη απειλή που αισθανόταν η Τουρκία από την (πυρηνική δύναμη) Ρωσία ήταν αυτή που την ώθησε σε συμμαχία με τη Δύση. Σημείο καμπής ήταν η επιθυμία της Ρωσίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να μοιραστεί με την Τουρκία τον έλεγχο των Στενών του Βοσπόρου. Στο σχετικά πιο πρόσφατο παρελθόν, ως καταλύτης στην προσέγγιση Τουρκίας – Ρωσίας έδρασε η στάση των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και η αποστασιοποίηση Τουρκίας – ΕΕ. “Ειδικά η ανάπτυξη συνεργασίας μεταξύ ΗΠΑ και Κούρδων στη Συρία πυροδότησε τον ιστορικό φόβο διαμελισμού, που διακατέχει την Τουρκία”, παρατήρησε. Παρά τη συνεργασία τους, ωστόσο, Ρωσία και Τουρκία παραμένουν γεωστρατηγικοί ανταγωνιστές, δεδομένου μάλιστα ότι πρόκειται για δύο πολύ φιλόδοξες χώρες σε αυτό το επίπεδο. “Συνεργατικός ανταγωνισμός ή ανταγωνιστική συνεργασία” είναι αυτό που χαρακτηρίζει τις σχέσεις τους σήμερα, συνόψισε.

  Στο μέτωπο της Συρίας επεκτάθηκε εν συνεχεία η συζήτηση με τον Mustafa Aydin να υποστηρίζει ότι αργά η γρήγορα η περιοχή της Ιντλίμπ θα ελέγχεται από το συριακό καθεστώς και ότι η περιοχή δεν αποτελεί υπαρξιακή απειλή ούτε για την Τουρκία, αλλά ούτε και για τη Ρωσία. Και οι δύο χώρες την βλέπουν με όρους τακτικής, όχι στρατηγικής, εξήγησε, γεγονός που τους επιτρέπει μέχρι στιγμής να κινούνται πέραν των ορίων του ανταγωνισμού τους. Σε κάθε περίπτωση, η σημασία της Ρωσίας είναι μεγαλύτερη από αυτήν της Ιντλίμπ για την Τουρκία, κυρίως για την επόμενη μέρα στη Συρία. Αυτός είναι και ο λόγος που διαμορφωτές πολιτικής στην Τουρκία “προσπαθούν σκληρά να αγνοήσουν όσα κάνει η Ρωσία στη Συρία”, όπως φάνηκε στην περίπτωση βομβαρδισμού τουρκικων θέσεων από ρωσικές δυνάμεις στη Βόρεια Συρία. Και οι δύο χώρες αντιλαμβάνονται την αξία της σχέσης τους και δεν θέλουν να τη ρισκάρουν, τουλάχιστον προς το παρόν.

  Ο Τούρκος ακαδημαϊκός σημείωσε ότι η Τουρκία χρειαζόταν το σύστημα s-400 και επιδίωκε την αγορά του συμπληρώνοντας ότι υπήρχε και πολιτική εξήγηση: Η επιθυμία της να αποζημιώσει τη Ρωσία στη στήριξη που της έδωσε στη Συρία, αλλά και για τη συνεργασία στον ενεργειακό τομέα. Μία πρόσθετη εξήγηση έχει ψυχολογική διάσταση και σχετίζεται με την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, όταν F-16 βομβάρδιζαν διάφορα σημεία χωρίς η κυβέρνηση να μπορεί να τα καταρρίψει. Τη δε μη ενεργοποίησή του συστήματος την απέδωσε κυρίως στην πανδημία του κορωνοϊού αναγνωρίζοντας ότι στην παρούσα συγκυρία η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να της επιβληθούν κυρώσεις από τις ΗΠΑ, κάτι που θα πυροδοτούσε η ενεργοποίησή του. “Υπάρχει πάντως και ένα διπλωματικό μήνυμα προς τις ΗΠΑ για επίδειξη επιείκειας προς την Τουρκία επί τη βάσει της αναβολής της ενεργοποίησης”, υποστήριξε.

  Στο θέμα της Λιβύης, ο Mustafa Aydin υποστήριξε ότι η Τουρκία μάλλον διαθέτει εκεί περισσότερα περιθώρια απέναντι στη Ρωσία σε σχέση με ό,τι συμβαίνει στη Συρία, επειδή η Τουρκία έχει ήδη παρουσία στη χώρα, αλλά και λόγω του μειωμένου – σε σχέση με Συρία – ρωσικού ενδιαφέροντος στην περιοχή αυτή.