Ύφεση ως και 9% βλέπει ο Γ. Στουρνάρας για την ελληνική οικονομία

Στην εκτίμηση ότι η ύφεση λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού θα κινηθεί ανάμεσα στο -4% και το -9%,  προέβη σήμερα ο Γιάννης Στουρνάρας, του οποίου η θητεία στην ΤτΕ ανανεώνεται σήμερα από την Ελληνική Βουλή.

Ο κεντρικός τραπεζίτης επεσήμανε πάντως πως το πιθανότερο σενάριο είναι η ύφεση να αγγίξει το 6%, καθώς και ότι η ανάκαμψη το 2021 πως θα κινηθεί στο 5,5%.

«Οι εκτιμήσεις αλλάζουν, καθώς δεν μπορεί να μετρήσει τον κίνδυνο, όσο δεν υπάρχει εμβόλιο ή φάρμακα για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού, μόνον σενάρια μπορούμε να κάνουμε», είπε και συμπλήρωσε ότι η εκτίμηση για το εύρος της ύφεσης κινείται από το -4,5% έως 9,5% με βασικότερο σενάριο εκείνο που κάνει λόγο για ύφεση -6%. 

Υπογράμμισε πάντως, ότι η μεγάλη επιτυχία σε υγειονομικό επίπεδο θέτει τα θεμέλια για όσο πιο περιορισμένη ύφεση γίνεται και στέλνει ένα θετικό μήνυμα για την πορεία της χώρας.

Ενθαρρυντικά τα πρώτα στοιχεία 

Η απουσία εμβολίου και φαρμάκων εντείνουν την αβεβαιότητα, ωστόσο, σύμφωνα με τον Γιάννη Στουρνάρα είναι ενθαρρυντικά τα πρώτα στοιχεία του Μαΐου με τον τζίρο να είναι μεγαλύτερος από εκείνον της προηγούμενης χρονιάς. Σημείωσε δε, πως όπου υπήρξε τέλος του lockdown ήταν μεγαλύτερη η ανάπτυξη και ο τζίρος. Ο κ. Στουρνάρας μάλιστα, επεσήμανε πως εάν η κυβέρνηση δεν είχε λάβει μέτρα, η ύφεση θα ήταν κατά 3% μεγαλύτερη. «Κλειδί» για την Ελλάδα πάντως, αποτελεί ο τουρισμός που συμβάλλει κατά 8-8,5% στο εθνικό προϊόν.

Ο διοικητής της ΤτΕ ανέφερε ότι οι τράπεζες είναι απόλυτα καλυμμένες για τη διατήρηση του παραγωγικού ιστού της οικονομίας, έκρουσε καμπανάκι για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία -όπως είπε- αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξη. Για το λόγο αυτό βρίσκεται σε διάλογο με την κυβέρνηση για τα σχέδια που πρέπει να βρεθούν πάνω στο τραπέζι. Σε ότι αφορά την επόμενη ημέρα, ζήτησε να ενισχυθεί το μέτωπο των μεταρρυθμίσεων αλλά και να υπάρξει προσεχτική διαχείριση στα δημόσια οικονομικά, ενώ επεσήμανε την ανάγκη ενός νέου πλαισίου φερεγγυότητας και πτωχευτικού νόμου, εκσυγχρονισμό της προστασίας της α’ κατοικίας και λύση στην αναβαλλόμενη φορολογία.