Δένδιας: Παράγοντας αποσταθεροποίησης η Τουρκία- Eργαλειοποιεί τον ανθρώπινο πόνο

«Η Τουρκία, το τελευταίο διάστημα, ακολουθεί έναν δρόμο κλιμάκωσης, με ενέργειες που δεν μπορούν να καταλήξουν σε κάποιο θετικό αποτέλεσμα, ούτε για την ίδια ούτε βεβαίως για την ευρύτερη περιοχή. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, η χώρα μας είναι προετοιμασμένη σε όλα τα επίπεδα» τόνισε ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας, την ώρα που η ελληνική διπλωματία υψώνει ένα διπλωματικό τείχος κατά των τουρκικών διεκδικήσεων και με αποφασιστικότητα αποκρούει τις τουρκικές προκλήσεις.

Σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Πτήση & Διάστημα» ο υπουργός Εξωτερικών εκτίμησε πως «περαιτέρω κλιμάκωση των ενεργειών της (σ.σ. Τουρκίας) θα την απομονώσει περισσότερο από τον διεθνή περίγυρο», υπογραμμίζοντας πως η Αθήνα απαντά με ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση.

Σύμφωνα με τον κ. Δένδια, «Η Τουρκία προσπαθεί να εκμεταλλευτεί συγκεκριμένα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι χώρες των Βαλκανίων για να ασκήσει επιρροή στην περιοχή. Μία αρνητική επιρροή της ενέχει τον κίνδυνο επανεμφάνισης ζητημάτων που στο παρελθόν αποδείχτηκαν καταστροφικά για την περιοχή μας» και πρόσθεσε ότι η Ελλάδα είναι υπέρ της ευρωπαϊκής προοπτικής των Βαλκανίων.

Αναφερόμενος στο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο, είπε ότι «τα μνημόνια κατανόησης μεταξύ της Τουρκίας και του κ. Sarraj δεν βρήκαν απροετοίμαστη την Κυβέρνηση. Αντιθέτως, η ελληνική διπλωματία είχε γνώση των κινήσεων της Άγκυρας από νωρίς και επιδόθηκε ευθύς εξαρχής για να αναδείξει τον άκυρο, ανυπόστατο και εκτός πλαισίου διεθνούς δικαίου χαρακτήρα τους».

Για την οριοθέτηση ΑΟΖ με την Ιταλία, ο κ. Δένδιας είπε ότι είναι σε εξέλιξη οι διαπρατγματεύσεις και σημείωσε πως «η Ελλάδα κινείται με μεθοδικότητα, υπομονή και επιμονή προκειμένου να επιτύχει τους στόχους της».

Επιπλέον, ο υπουργός Εξωτερικών κάλεσε την Τουρκία να ακολουθήσει το παράδειγμα της Ελλάδας, να εργαστεί εποικοδομητικά, στο πλαίσιο των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των σχέσεων καλής γειτονίας και να προσαρμοστεί στα δεδομένα του 21ου αιώνα. «Η Τουρκία θα πρέπει να σταματήσει να λειτουργεί ως παράγων αποσταθεροποίησης στην περιοχή» ανέφερε και συμπλήρωσε ότι «όπως έδειξε και στον Έβρο, όχι μόνο δεν εργάζεται προς την ένταξη, αλλά συνειδητά επιχειρεί να εκβιάσει την ΕΕ και να αποσταθεροποιήσει κράτη-μέλη της, εργαλειοποιώντας τον ανθρώπινο πόνο προκειμένου να απεγκλωβιστεί από καταστάσεις που η τυχοδιωκτική εν πολλοίς πολιτική της την έχει οδηγήσει».

«Η επικαιροποίηση της ελληνοαμερικανικής αμυντικής συμφωνίας αναβαθμίζει τις στρατηγικές μας δυνατότητες και τη συμβολή μας στις γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή και ενισχύει τον σταθεροποιητικό μας ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο» είπε σε άλλο σημείο, ενώ για τις ελληνογαλλικές σχέσεις είπε ότι είναι εξαιρετικές και ενισχύονται συνεχώς.

Αναλυτικά η συνέντευξη του Νίκου Δένδια:

Η πρώτη μας ερώτηση αφορά την πρόσφατη τουρκική προκλητικότητα. Βλέπουμε μια συνεχή κλιμάκωση των τουρκικών προκλήσεων; που “βλέπετε” να φτάνει αυτή η κατάσταση; θα υπάρξει περαιτέρω αποκλιμάκωση ή θα δούμε χειρότερες καταστάσεις;

Η Τουρκία, το τελευταίο διάστημα, ακολουθεί έναν δρόμο κλιμάκωσης, με ενέργειες που δεν μπορούν να καταλήξουν σε κάποιο θετικό αποτέλεσμα, ούτε για την ίδια ούτε βεβαίως για την ευρύτερη περιοχή. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, η χώρα μας είναι προετοιμασμένη σε όλα τα επίπεδα. Κάθε τουρκική παραβατική ενέργεια, να είστε βέβαιοι, συναντά τη δική μας αποφασιστική απάντηση. Περαιτέρω κλιμάκωση των ενεργειών της θα την απομονώσει περισσότερο από τον διεθνή περίγυρο. Εμείς, ως ευρωπαϊκή χώρα, παραμένουμε προσηλωμένοι στην επιθυμία μας για σχέσεις καλής γειτονίας, στο πλαίσιο του σεβασμού του διεθνούς δικαίου και του σεβασμού των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Απαντάμε με ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση. Αξιοποιούμε όλα τα διπλωματικά μας όπλα, όπως αποδεικνύεται από τη στρατηγική επιλογή της Κυβέρνησης Μητσοτάκη για εμβάθυνση της συνεργασίας μας με ισχυρά κράτη της ευρύτερης περιοχής, αλλά και την ευρεία διεθνή στήριξη που έχουμε αποσπάσει σε μία σειρά ζητημάτων, όπως για παράδειγμα στην προσπάθεια εργαλειοποίησης των μεταναστευτικών ροών. Παράλληλα, διατηρούμε βεβαίως τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε κάθε νόμιμο μέσο για την προάσπιση του εθνικού συμφέροντος. Πάντως, εύχομαι η δοκιμασία που επηρέασε και επηρεάζει όλη την ανθρωπότητα, της πανδημίας του κορωνοϊού, να οδηγήσει τουλάχιστον σε μια αλλαγή σκεπτικού τη γειτονική μας χώρα, ώστε να κατανοήσει πόσο επιτακτική είναι σήμερα η ανάγκη συνεργασίας μεταξύ δύο γειτονικών λαών.

Βλέπουμε μια πολιτική διείσδυσης εκ μέρους της Τουρκίας σε όλα τα Βαλκάνια. Δωρεές σε είδος και χρήμα σε γειτονικές μας χώρες, αμυντικές συνεργασίες κ.ά. Πως σχολιάζετε αυτή την τουρκική προσπάθεια;

Η Τουρκία προσπαθεί να εκμεταλλευτεί συγκεκριμένα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι χώρες των Βαλκανίων για να ασκήσει επιρροή στην περιοχή. Μία αρνητική επιρροή της ενέχει τον κίνδυνο επανεμφάνισης ζητημάτων που στο παρελθόν αποδείχτηκαν καταστροφικά για την περιοχή μας. Δυστυχώς, η Τουρκία, με τις γνωστές αρνητικές επιδόσεις της τόσο σε θέματα Δημοκρατίας, κράτους δικαίου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όσο και σε θέματα τήρησης σχέσεων καλής γειτονίας και σεβασμού του διεθνούς δικαίου, αποτελεί αρνητικό πρότυπο υποψήφιου κράτους μέλους για ένταξη στην ΕΕ. Εμείς είμαστε υπέρ της ευρωπαϊκής προοπτικής των Βαλκανίων. Θέλουμε οι γείτονές μας να αποτελέσουν μέρος της ευρωπαϊκής μας οικογένειας, να προχωρήσουν στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και να υπερκεράσουν τα προβλήματα που υπονομεύουν την πρόοδο, την ειρηνική συνύπαρξη και την ευημερία των λαών της περιοχής. Γι’ αυτό και πήραμε όλες εκείνες τις πρωτοβουλίες που θα ανοίξουν το δρόμο και θα επιταχύνουν την ένταξη των χωρών των Βαλκανίων. Τους κόπους αυτούς τους είδαμε να αποδίδουν καρπούς μετά και την απόφαση να ξεκινήσουν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της ΕΕ με τη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία. Το ίδιο επιθυμούμε και για τις υπόλοιπες χώρες των Δυτικών Βαλκανίων και είμαστε έτοιμοι να βοηθήσουμε προς αυτή την κατεύθυνση.

Η Συμφωνία μεταξύ Άγκυρας και Τρίπολης, μας βρήκε απροετοίμαστους;

Τα μνημόνια κατανόησης μεταξύ της Τουρκίας και του κ. Sarraj δεν βρήκαν απροετοίμαστη την Κυβέρνηση. Αντιθέτως, η ελληνική διπλωματία είχε γνώση των κινήσεων της Άγκυρας από νωρίς και επιδόθηκε ευθύς εξαρχής, από τον Ιούλιο του 2019, στις απαραίτητες κινήσεις για να αναδείξει τον άκυρο, ανυπόστατο και εκτός πλαισίου διεθνούς δικαίου χαρακτήρα τους, καθώς και τις καταστρεπτικές συνέπειες που αυτά θα είχαν στην εξέλιξη του εμφυλίου στη Λιβύη. Ακόμα, όμως, και μετά την ανακοίνωση της υπογραφής των μνημονίων κινηθήκαμε με μεγάλη ταχύτητα, πραγματοποιώντας μεγάλο αριθμό επαφών και συναντήσεων, προκειμένου να ευαισθητοποιήσουμε τη διεθνή κοινότητα και να αναδείξουμε την ακυρότητά τους. Πρέπει δε να πω ότι υπήρξε εξαιρετικά θετική αντίδραση στην επιχειρηματολογία μας, όπως κατέδειξαν οι αντιδράσεις της ΕΕ και ηγέτιδων χωρών, μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, αλλά και η πρόσφατη κοινή διακήρυξη Κύπρου, Γαλλίας, Αιγύπτου, ΗΑΕ και Ελλάδας, στην οποία επαναλαμβάνεται η ακυρότητα των δύο μνημονίων, που δεν μπορούν να έχουν καμία νομική συνέπεια. Συνεπώς, μακράν του να βρεθεί απροετοίμαστη, η ελληνική διπλωματία κινήθηκε ταχύτατα και με αποτελεσματικότητα. Άλλωστε, σας υπενθυμίζω ότι είχα θέσει το ζήτημα δια ζώσης στον Λίβυο Υπουργό Εξωτερικών ήδη από τον Σεπτέμβριο, στο περιθώριο της ΓΣΗΕ.

Μιλώντας για ΑΟΖ, πρόσφατα αναφερθήκατε σε πρόοδο σχετικά με την οριοθέτηση ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο. Που βρισκόμαστε στον τομέα αυτό; πότε η Ελλάδα θα κάνει το επόμενο βήμα;

Η Κυβέρνηση βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με την Ιταλία και με την Αίγυπτο σχετικά με το θέμα της οριοθέτησης ΑΟΖ. Εκκρεμεί δε το θέμα συμφωνίας με την Αλβανία για τους δικούς της, εσωτερικούς λόγους. Δεδομένου ότι οι διαπραγματεύσεις είναι σε εξέλιξη δεν θα ήταν σκόπιμο να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες σχετικά με την πορεία τους. Ωστόσο θα ήθελα να σημειώσω ότι η Ελλάδα κινείται με μεθοδικότητα, υπομονή και επιμονή προκειμένου να επιτύχει τους στόχους της. Έχει επιλέξει να ασκήσει κάθε δικαίωμα που της αναλογεί από το διεθνές δίκαιο, στον χρόνο που εκείνη θα κρίνει ως τον πλέον ενδεδειγμένο.

Πριν λίγους μήνες η Ελλάδα ήρθε σε συμφωνία με τις ΗΠΑ σχετικά με το καθεστώς των βάσεων στη χώρας μας. Η αλήθεια είναι πως έχουμε ακόμη αρκετές απορίες σχετικά με το θέμα. Θέλουμε, να μας περιγράψετε, ποια είναι τα ανταλλάγματα που πήρε, παίρνει ή θα πάρει η ελληνική πλευρά;

Ελλάδα και ΗΠΑ επικαιροποιήσαμε τον Ιανουάριο τη συμφωνία αμυντικής συνεργασίας του 1990 (MDCA), η οποία, με τη νέα της μορφή, αποδίδει σημαντικά οφέλη στην αμυντική θωράκιση της χώρας μας. Επιγραμματικά αναφέρω ότι, πλέον, οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις θα χρησιμοποιούν αναβαθμισμένες από τις ΗΠΑ στρατιωτικές εγκαταστάσεις, θα συνεκπαιδεύονται με τις ΕΔ των ΗΠΑ, αποκτώντας, έτσι νέα τεχνογνωσία. Οι αναβαθμισμένες στρατιωτικές μας εγκαταστάσεις θα μπορούν να φιλοξενούν μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV), επίσης δίνοντας μας κρίσιμη σχετική τεχνογνωσία. Επιπλέον, στην Ταξιαρχία Αεροπορίας Στρατού στο Βόλο θα υπάρξει αναβάθμιση των συνεκπαιδεύσεων Ελλήνων και Αμερικανών, ενώ και η αναβάθμιση του στρατηγικού χαρακτήρα του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης, θα συμβάλλει και αυτή σε ένα σημαντικότερο αμυντικό αποτύπωμα των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, με έργα που ήδη εκτελούνται. Εν ολίγοις, λοιπόν, η επικαιροποίηση της ελληνοαμερικανικής αμυντικής συμφωνίας αναβαθμίζει τις στρατηγικές μας δυνατότητες και τη συμβολή μας στις γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή και ενισχύει τον σταθεροποιητικό μας ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο. Να σας υπενθυμίσω ότι η διαπραγμάτευση για την επικαιροποίηση της MDCA ξεκίνησε με την προηγούμενη Κυβέρνηση, αλλά στην πραγματικότητα η συμφωνία αυτή, μετά από μία επίπονη νέα διαπραγμάτευση, βελτιώθηκε μέσα στους πρώτους μήνες της νέας διακυβέρνησης σε αρκετά σημεία, κατά τρόπο απολύτως επωφελή για τα εθνικά συμφέροντα.

Η Ελλάδα, από όσο έχει γίνει γνωστό, έχει μια ιδιαίτερα στενή σχέση με τη Γαλλία. Θα δούμε να προχωρά περαιτέρω η σχέση αυτή και στον αμυντικό τομέα όπως με την αγορά πολεμικών πλοίων;

Διαχρονικά οι ελληνογαλλικές σχέσεις διαπνέονται από ένα αίσθημα φιλίας και στενής συνεργασίας σε πολλούς τομείς. Σήμερα, Ελλάδα και Γαλλία έχουμε μια πολυδιάστατη σχέση, για την οποία υπάρχει έμπρακτη βούληση περαιτέρω εμβάθυνσής της, όχι μόνο σε παραδοσιακούς τομείς συνεργασίας, αλλά και σε νέα πεδία αιχμής. Η Γαλλία έχει εκφραστεί με απόλυτα καθαρό τρόπο υπέρ των ελληνικών θέσεων και το αποδεικνύει εμπράκτως. Δείγμα αυτής της στάσης είναι και η συμμετοχή της στη Κοινή Διακήρυξη των πέντε χωρών που προανέφερα. Όπως καταλαβαίνετε, οι σχέσεις με τη Γαλλία είναι εξαιρετικές και ενισχύονται συνεχώς. Όσον αφορά στον αμυντικό τομέα και ειδικότερα στην αγορά πολεμικών πλοίων, είναι γνωστό ότι οι σχετικές συζητήσεις προχωράνε και ότι οι δύο πλευρές είμαστε προσηλωμένες στην επιτυχία της συγκεκριμένης διαπραγμάτευσης.

Τι έχετε να πείτε στους Τούρκους γείτονές μας; τι πρέπει να κάνουν για να αλλάξει η σημερινή κατάσταση; έχουν ακόμη ελπίδες για να μπουν μεσοπρόθεσμα στην ΕΕ; ή έχει τελειώσει οριστικά αυτή η προοπτική;

Αυτό που θα έλεγα στους γείτονές μας είναι να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Ελλάδας και των λοιπών χωρών της περιοχής και να εργαστούν εποικοδομητικά, στο πλαίσιο των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των σχέσεων καλής γειτονίας. Να προσαρμοστούν στα δεδομένα του 21ου αιώνα. Η Τουρκία θα πρέπει να σταματήσει να λειτουργεί ως παράγων αποσταθεροποίησης στην περιοχή. Αυτό θα ήταν συμφέρον για την ίδια και την κοινωνία της. Εμείς τείνουμε χείρα φιλίας και συνεργασίας προς τη γείτονα χώρα, αλλά δυστυχώς αυτή έχει επιλέξει την επιμονή στην παραβατική συμπεριφορά της. Η όλη τουρκική στάση και ρητορεία δεν είναι αυτή η οποία προσιδιάζει σε συμμάχους και γειτονικές χώρες και βεβαίως απάδει κατά πολύ της δεδηλωμένης επιθυμίας της για ένταξη στην ΕΕ, στον πυρήνα της οποίας βρίσκονται η ειρήνη, η συνεργασία, η ασφάλεια και η σταθερότητα. Το αντίθετο, θα έλεγα. Όπως έδειξε και στον Έβρο, η Τουρκία όχι μόνο δεν εργάζεται προς την ένταξη, αλλά συνειδητά επιχειρεί να εκβιάσει την ΕΕ και να αποσταθεροποιήσει κράτη-μέλη της, εργαλειοποιώντας τον ανθρώπινο πόνο προκειμένου να απεγκλωβιστεί από καταστάσεις που η τυχοδιωκτική εν πολλοίς πολιτική της την έχει οδηγήσει.