Η Τουρκία άλλαξε, εμείς;

Του Σωτήρη Ρούσσου*

Αυτό που πολλές φορές μας διαφεύγει είναι ότι εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον η Τουρκία άλλαξε τη διεθνή συμπεριφορά της. Από τη δεκαετία του 1970 η Τουρκία ήταν απλώς μια αναθεωρητική δύναμη εις βάρος κυρίως της Κύπρου και της Ελλάδας, θέλοντας να αλλάξει τις θαλάσσιες συνοριακές διευθετήσεις και να καταστήσει την Κυπριακή Δημοκρατία κράτος υποτελές στη Άγκυρα.

Από το 2010 και μετά η Τουρκία φιλοδοξεί να παίξει τον ρόλο του περιφερειακού ηγεμόνα σε μια εκτεταμένη περιοχή από τα Βαλκάνια έως το Κατάρ και τη Σομαλία και από το Ιράκ και την Συρία έως τη Λιβύη και την Τυνησία.

Οι τέσσερις λόγοι της τουρκικής αλλαγής

Υπάρχουν τέσσερις λόγοι για την αλλαγή αυτή:

* Πρώτον, η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας διαμόρφωσε νέα δυναμικά προνομιούχα στρώματα και, παρά την πληγή του κουρδικού προβλήματος, αύξησε σημαντικά την ισχύ της απέναντι σε όλες τις γειτονικές χώρες και τις περιφερειακές δυνάμεις εκτός του Ισραήλ.

* Δεύτερον, η ανάπτυξη της ισλαμιστικής ιδεολογικής πλατφόρμας έδωσε τη δυνατότητα ανάδειξης της τουρκικής ήπιας ισχύος και της άσκησης επιρροής σε παγκόσμια και περιφερειακά ακροατήρια που η περιοριστική εθνικιστική πλατφόρμα του κεμαλισμού δεν μπορούσε να προσεγγίσει.

* Τρίτον, στη μεταβατική φάση του διεθνούς συστήματος που διανύουμε, οι περιφερειακές δυνάμεις αποκτούν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων απέναντι στην υπερδύναμη.

* Τέλος, δεν θα πρέπει να παραληφθεί ο ρόλος της ηγετικής προσωπικότητας του Ερντογάν, που ενσαρκώνει ένα εναλλακτικό προς αυτό του Κεμάλ όραμα για την Τουρκία.

Η ελληνική αμηχανία

Η Ελλάδα αντιμετώπισε αυτή τη μετάλλαξη με αμηχανία. Στην αρχή επέμεινε στην «κοινωνικοποίηση / εξημέρωση» της Τουρκίας μέσω της ενταξιακής διαδικασίας της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήταν όμως προφανές ότι η νέα στρατηγική της Τουρκίας δεν «χωρούσε» στα κανονιστικά πλαίσια των ενταξιακών διαδικασιών και έτσι ο μοχλός πίεσης μέσω αυτών των διαδικασιών κατέστη άχρηστος.

Στη συνέχεια η Ελλάδα προσπάθησε να περιορίσει τις ηγεμονικές βλέψεις της Άγκυρας μέσω συμμαχιών με χώρες που για διαφορετικούς λόγους βρίσκονταν σε αντιπαράθεση ή ανταγωνισμό με την Τουρκία, δηλαδή το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Όμως η στενή συνεργασία με αυτές τις χώρες δεν έγινε ποτέ αμυντική συμμαχία, δηλαδή συμφωνία για αμοιβαία στρατιωτική υποστήριξη σε περίπτωση απειλής από τρίτο κράτος.

Έτσι επανερχόμαστε στην προσφιλή μας απόφανση ότι τελικά «είμαστε μόνοι». Μόνο που η απόφανση αυτή δεν έχει καμία αξία, αφού είναι προφανές ότι κανένα κράτος δεν γεννιέται με συμμάχους ούτε εναποθέτει την επιβίωσή του σε άλλους.

Αναθεώρηση της στρατηγικής συμμαχιών

Γίνεται λοιπόν επιτακτική η αναθεώρηση της στρατηγικής συμμαχιών. Αντί για χώρες που τα στρατηγικά τους συμφέροντα και οι βασικές απειλές ασφαλείας δεν ταυτίζονται με τις δικές μας, θα πρέπει να αναζητήσουμε συμμαχίες με χώρες με τον ίδιο βηματισμό και αυτές είναι οι Βαλκάνιοι γείτονές μας.

Καμία από τις βαλκανικές χώρες δεν επιθυμεί την εξάπλωση του τουρκικού ηγεμονισμού στην περιοχή. Ακόμη και χώρες όπως η Αλβανία, αν δουν ότι συγκροτείται μια συνεκτική αμυντική συνεργασία χωρίς ηγεμονισμούς στα Βαλκάνια, θα επανεκτιμήσουν τυχόν πρόσδεσή τους στο τουρκικό ηγεμονικό άρμα. Η Συμφωνία των Πρεσπών άνοιξε τον δρόμο για μια τέτοια συνεργασία / συμμαχία.

Από την άλλη πλευρά δεν θα πρέπει να αφήσουμε το πεδίο της Ε.Ε. ανεκμετάλλευτο. Η ενταξιακή διαδικασία πέθανε ως εργαλείο πολιτικής, αλλά μπορούμε να δουλέψουμε μεθοδικά μέσα στο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο ώστε να ενεργοποιηθούν και να διευρυνθούν οι κυρώσεις εναντίον της Τουρκίας, ιδιαίτερα στην οικονομία της, που σήμερα πονάει.

Δεν θα είναι εύκολη μάχη, λόγω των τεράστιων γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων ευρωπαϊκών κρατών και εταιρειών στη χώρα αυτή. Αλλά δεν είναι μια άπελπις μάχη και δεν θα είμαστε μόνοι μας.

* Ο Σωτήρης Ρούσσος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, www.cemmis.edu.gr