Τύμπανα πολέμου ηχούν ανάμεσα σε Ινδία και Κίνα

Τύμπανα πολέμου ηχούν στην Ινδία, μετά την δολοφονία είκοσι Ινδών στρατιωτών το βράδυ της Δευτέρας από τις κινεζικές αρχές στα σύνορα των δυο χωρών.

Σε σημερινή του συνέντευξη τύπου, ο πρωθυπουργός της Ινδίας, Ναρέντρα Μόντι δήλωσε πως η “θυσία των στρατιωτών δεν θα πάει χαμένη” ενώ από την πλευρά της η Κίνα επιχείρησε να αποκλιμακώσει την ένταση υπογραμμίζοντας πως “δεν επιθυμεί άλλες συγκρούσεις στα σύνορα των δυο χωρών”.

Ειδικότερα, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας Ζάο Λιάν τόνισε ότι “και οι δύο χώρες προσπαθούν να επιλύσουν την κατάσταση μέσω διαλόγου”, προσθέτοντας ότι “η συνολική κατάσταση στα σύνορα είναι σταθερή και ελεγχόμενη και επανέλαβε ότι η Κίνα δεν πρέπει να κατηγορηθεί για τη σύγκρουση της Δευτέρας”.

Οι θάνατοι των Ινδών στρατιωτών αποτελούν την πρώτη απώλεια ζωής στη συνοριακή περιοχή, σε διάστημα τουλάχιστον 45 ετών και συμπίπτουν με μία νέα διαμάχη μεταξύ των δύο χωρών τις τελευταίες εβδομάδες.

Ινδοί και Κινέζοι στρατιώτες, οι οποίοι συχνά είναι άοπλοι στην περιοχή για να αποφεύγεται η κλιμάκωση της έντασης, έχουν διαπληκτιστεί και έχουν αναπτύξει δυνάμεις και εξοπλισμό στα δυτικά Ιμαλάια.

Μυστήριο καλύπτει το πώς σκοτώθηκαν οι στρατιώτες

Δεν είναι σαφές εάν έπεσαν πυροβολισμοί ή αν οι άνδρες σκοτώθηκαν σε κατά μέτωπο σύγκρουση. Πάντως οι ινδικές δυνάμεις ασφαλείας επέμειναν ότι δεν υπήρξαν πυροβολισμοί από καμία πλευρά. Επίσης, το Πεκίνο δεν ξεκαθάρισε αν είχε νεκρούς ή τραυματίες στις δικές της τάξεις.

Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών πάντως κατηγόρησε τα ινδικά στρατεύματα ότι «διέσχισαν παράνομα τα σύνορα δύο φορές και πραγματοποίησαν προκλητικές επιθέσεις εναντίον Κινέζων στρατιωτών, με αποτέλεσμα σοβαρές συγκρούσεις».

«Έχουμε επικοινωνία μέσω διπλωματικών και στρατιωτικών καναλιών. Το σωστό και το λάθος είναι πολύ σαφές… Το περιστατικό συνέβη στην κινεζική πλευρά και η Κίνα δεν φταίει για αυτό. Η κυριαρχία της περιοχής της κοιλάδας Γκαλγουάν ανήκε πάντοτε στην Κίνα. Τα ινδικά στρατεύματα παραβίασαν σοβαρά τα πρωτόκολλά μας στα σύνορα για ζητήματα που σχετίζονται με αυτά και με τη συναίνεση των συνομιλιών σε επίπεδο διοικητών. Ζητάμε από την Ινδία να πειθαρχήσει αυστηρά τα στρατεύματά της, να σταματήσει την παραβιάσεις και την προκλητική δραστηριότητα ταυτόχρονα, να συνεργαστεί με την Κίνα και να επιστρέψει στο σωστό δρόμο για την επίλυση των διαφορών μέσω διαλόγου και συνομιλιών», αναφέρεται στην ανακοίνωση του Ζάο Λιάν.

Οι δύο χώρες έχουν εγκλωβιστεί σε ένα αδιέξοδο δεκαετιών, λόγω της διεκδίκησης μεγάλων, ακατοίκητων τμημάτων της οροσειράς. Ο μεταξύ τους πόλεμος μετρά από το 1962. Έκτοτε, οι εντάσεις έχουν εξελιχθεί σε ένοπλες συγκρούσεις αρκετές φορές, όπως συνέβη το 2013 και τέσσερα χρόνια αργότερα.

Ωστόσο σήμερα, η Κίνα δήλωσε ότι επιδιώκει ειρηνική επίλυση της συνοριακής διαμάχης των Ιμαλαΐων με την Ινδία, μετά την πιο βίαιη αντιπαράθεση των τελευταίων δεκαετιών.

«Και οι δύο πλευρές συμφωνούν να επιλύσουν αυτό το ζήτημα μέσω διαλόγου και διαβούλευσης και να καταβάλουν προσπάθειες για να διευκολύνουν την κατάσταση και να διαφυλάξουν την ειρήνη και την ηρεμία στην παραμεθόρια περιοχή», δήλωσε ο Ζάο Λιάν.

Δεν ήταν πάντως άμεσα σαφές τι μορφή θα έχουν αυτές οι συνομιλίες. Νωρίτερα, ο εκπρόσωπος Τύπου του υπουργείου Άμυνας της Ινδίας, Αμάρ Άναντ, δεν απάντησε αμέσως σε ερωτήματα σχετικά με την κατάσταση ή εάν είχαν προγραμματιστεί συνομιλίες για την εξάλειψη των εντάσεων.

Προκειμένου να συζητηθεί η κατάσταση στις παραμεθόριες περιοχές Ινδίας-Κίνας, ο Ινδός πρωθυπουργός Νάρεντα Μόντι ζήτησε μια διακομματική συνάντηση στις 19 Ιουνίου, ενώ θα απευθύνει διάγγελμα στο Έθνος στις 21 του μήνα. 

Ο υπουργός Άμυνας της Ινδίας Ρατζνάθ Σινγκθ έγραψε στο Twitter ότι η απώλεια στρατιωτών στην κοιλάδα του Γκαλάν είναι «πολύ ενοχλητική και επώδυνη. Οι στρατιώτες μας επέδειξαν υποδειγματικό θάρρος και ανδρεία στο καθήκον τους και θυσίασαν τη ζωή τους στις υψηλότερες παραδόσεις του ινδικού στρατού».

Μαζικές διαδηλώσεις κατά της Κίνας στην Ινδία 

Ινδοί διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν κοντά στην κινεζική πρεσβεία στην ινδική πρωτεύουσα, καταδικάζοντας τη δολοφονία των στρατιωτών και απαιτώντας εμπάργκο στα κινεζικά προϊόντα. Κρατούσαν πλακάτ με σταυρωμένες φωτογραφίες του Κινέζου Προέδρου Σι Τζιπίνγκ και του κινεζικού στρατού.

Επίσης, ομάδα συνταξιούχων του ινδικού στρατού πραγματοποίησαν πορεία προς την πρεσβεία της Κίνας, με πλακάτ που έγραφαν «κάτω ο κινεζικός στρατός», αλλά απωθήθηκαν από την αστυνομία.

Στο Πεκίνο, η επίσημη εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος ανέφερε ότι η σύγκρουση σημειώθηκε επειδή η Ινδία εκτίμησε εσφαλμένα τη δύναμη και την προθυμία του κινεζικού στρατού να ανταποκριθεί. Οι Global Times, οι οποίοι συχνά αντανακλούν εθνικιστικές απόψεις στην ηγεσία του κόμματος, δήλωσαν ότι η Κίνα δεν αποκάλυψε εάν είχε θύματα αψιμαχίας για να αποφύγει συγκρίσεις και να αποτρέψει περαιτέρω κλιμάκωση.

Ειδικοί εκτιμούν ότι τα δύο έθνη δεν είναι πιθανό να προχωρήσουν σε πόλεμο, πιστεύουν ωστόσο ότι η ταχεία μείωση των εντάσεων θα είναι δύσκολη.

«Αυτό πιθανότατα θα είναι μια σημαντική στιγμή στις σχέσεις Ινδίας-Κίνας και της γεωπολιτικής του Ινδο-Ειρηνικού», δήλωσε ο Αβραάμ Ντένμαρκ, διευθυντής προγράμματος της Ασίας στο Κέντρο Wilson. «Έχουμε ήδη δει τη θανατηφόρα σύγκρουση στα σύνορα Κίνας-Ινδίας. ια πάνω από 50 χρόνια, και οι δύο χώρες καθοδηγούνται από άνδρες που έχουν αγκαλιάσει τον εθνικισμό, με τις δύο χώρες να αντιμετωπίζουν τεράστια εγχώρια και διεθνή αναταραχή την τελευταία περίοδο, ως αποτέλεσμα του COVID-19 και άλλων μακροχρόνιων προβλημάτων».
Τα βασικά ερωτήματα τώρα είναι εάν και οι δύο πλευρές μπορούν να βρουν ένα δρόμο προς την υποβάθμιση της έντασης, καθώς και αν θα βοηθήσουν την Ινδία σύμμαχοί της όπως οι ΗΠΑ. 

«Είναι μια εξαιρετικά ευμετάβλητη και επικίνδυνη κατάσταση μεταξύ δύο εθνικιστικών, πυρηνικών δυνάμεων, σε μια εποχή που η αμερικανική επιρροή έχει μειωθεί άσχημα», τόνισε ο Ντένμαρκ.

Στο ρεπορτάζ που δημοσιεύθηκε στους Global Times την Τετάρτη, αναφέρεται ότι η αντίδραση της Ινδίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ενθάρρυνση των ΗΠΑ, του επικεφαλής στρατηγικού αντιπάλου της Κίνας, που χτίζει σταθερά σχέσεις με τον στρατό της Ινδίας.

«Η αλαζονεία και η απερισκεψία της ινδικής πλευράς είναι ο κύριος λόγος για τις συνεχείς εντάσεις κατά μήκος των συνόρων Κίνας-Ινδίας», ανέφερε το άρθρο. Η Κίνα «δεν δημιουργεί και δεν θα δημιουργήσει συγκρούσεις, αλλά δεν τις φοβάται κιόλας».

Η Κίνα διεκδικεί περίπου 90.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα (35.000 τετραγωνικά μίλια) εδάφους στα βορειοανατολικά της Ινδίας, ενώ η Ινδία αναφέρει ότι η Κίνα καταλαμβάνει 38.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα (15.000 τετραγωνικά μίλια) του εδάφους της στο οροπέδιο Ακσάι Τσίν, στα Ιμαλάια, ένα γειτονικό τμήμα της περιοχής Λαντάκ.

Η Ινδία κήρυξε μονομερώς τη Λαντάκ ομοσπονδιακή επικράτεια, διαχωρίζοντάς την από το αμφισβητούμενο Κασμίρ, τον Αύγουστο του 2019. Η Κίνα ήταν μεταξύ των χωρών που καταδίκασαν έντονα την κίνηση και την έθεσαν σε διεθνή φόρα, συμπεριλαμβανομένου του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ηνωμένου Βασιλείου.

Χιλιάδες στρατιώτες και από τις δύο πλευρές στάθμευσαν τότε για έναν μήνα κατά μήκος ενός απομακρυσμένου τμήματος της Γραμμής Πραγματικού Ελέγχου 3.380 χιλιομέτρων (2.100 μίλια), τα σύνορα που δημιουργήθηκαν μετά τον πόλεμο μεταξύ Ινδίας και Κίνας το 1962 που οδήγησε σε μια άβολη ανακωχή.

Ο ινδικός στρατός είπε ότι τρεις στρατιώτες πέθαναν αρχικά. Οι 17 άλλοι πέθαναν αφού «τραυματίστηκαν σοβαρά στη γραμμή καθηκόντων και εκτέθηκαν σε θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν στο έδαφος μεγάλου υψομέτρου», ανέφερε σε δήλωση την Τρίτη, χωρίς να αποκαλύψει τη φύση των τραυματισμών των στρατιωτών.

Οι στρατιώτες συγκρούστηκαν μεταξύ τους με γροθιές και πέτρες, ανέφεραν οι Ινδοί αξιωματούχοι ασφαλείας υπό καθεστώς ανωνυμίας, επειδή δεν είχαν άδεια να αποκαλύψουν τις πληροφορίες.

Μετά τη σύγκρουση, οι δύο πλευρές απομακρύνθηκαν από την περιοχή όπου έγινε η μάχη, ανέφερε η δήλωση του ινδικού στρατού.

Αβέβαιο το μέλλον των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών

Τα Ηνωμένα Έθνη προέτρεψαν και τις δύο πλευρές «να επιδείξουν μέγιστο περιορισμό».

«Ανησυχούμε για αναφορές βίας και θανάτων στη Γραμμή Πραγματικού Ελέγχου μεταξύ Ινδίας και Κίνας», δήλωσε ο εκπρόσωπος την ΗΕ. «Λαμβάνουμε θετικά τις αναφορές ότι οι δύο χώρες έχουν δεσμευτεί να αποκλιμακώσουν την κατάσταση», πρόσθεσε.

Ο Μάικλ Κούγκελμαν, ειδικός για τη Νότια Ασία στο Κέντρο Wilson, δήλωσε ότι οι δύο χώρες είναι απίθανο να πάνε σε πόλεμο, επειδή δεν μπορούν να «αντέξουν οικονομικά μια τέτοια σύγκρουση».

«Αλλά ας είμαστε ξεκάθαροι: Αυτή η κρίση δε θα τελειώσει σύντομα, μετά τα τόσα θύματα της Δευτέρας», πρόσθεσε. 

Ο Βιβέκ Κάτζου, συνταξιούχος Ινδός διπλωμάτης, δήλωσε ότι η θανατηφόρα βία αντιπροσωπεύει μια δραματική απομάκρυνση από το καθεστώς των τεσσάρων δεκαετιών. «Η πολιτική τάξη και η τάξη ασφαλείας στο σύνολό της θα πρέπει να σκεφτούν πολύ σοβαρά για το δρόμο μπροστά», είπε.

Η ένταση ξεκίνησε στις αρχές Μαΐου, όταν Ινδοί αξιωματούχοι δήλωσαν ότι οι Κινέζοι στρατιώτες διέσχισαν τα όρια στο Λαντάκ σε τρία διαφορετικά σημεία, στήνοντας σκηνές, βάζοντας φρουρούς και αγνοώντας τις προφορικές προειδοποιήσεις να φύγουν. Αυτό προκάλεσε λεκτικές αψιμαχίες, και επεισόδια με πέτρες και πάλη σώμα με σώμα, πολλές από τις οποίες μεταδόθηκαν από τηλεοπτικούς σταθμούς και μέσα κοινωνικής δικτύωσης.