«Η γεωστρατηγική σημασία του Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας-Κύπρου»

Ο ενιαίος αμυντικός χώρος Ελλάδας-Κύπρου είναι επίκαιρος όσο ποτέ και ας φαίνεται ότι έχει εγκαταλειφθεί. Σε μια ομιλία του πριν από 12 χρόνια ο Γεράσιμος Αρσένης αναφέρθηκε στην τεράστια για τον ελληνισμό σημασία του του Δόγματος για τον Ενιαίο Αμυντικό Χώρο, για το πώς ξεκίνησε (1993) και γιατί έχει αλλάξει τα δεδομένα στην ανατολική Μεσόγειο. Η τουρκική κινητικότητα τον τελευταίο χρόνο, προσπαθεί να ανατρέψει ισορροπίες ετών και γι αυτό αξίζει να θυμηθούμε και πάλι, το Δόγμα του ΕΑΧ. Αλήθεια η κυβέρνηση  το θυμάται;

«Η γεωστρατηγική σημασία του Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου

Ελλάδας-Κύπρου»

Του Γεράσιμου Δ. Αρσένη

Πρώην Υπουργού Εθνικής Άμυνας

Η γεωπολιτική σημασία της Κύπρου στάθηκε ο μοιραίος παράγοντας στην τραγωδία της Μεγαλονήσου. Αν η Κύπρος δεν αποτελούσε κλειδί στη διαμόρφωση των συσχετισμών ανάμεσα στις αντιμαχόμενες δυνάμεις για οικονομική, πολιτική και στρατιωτική επιρροή στη Ν.Α. Μεσόγειο, το λεγόμενο «κυπριακό πρόβλημα» θα είχε επιλυθεί από καιρό!

Ούτε και το δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου (ΕΑΧ) Ελλάδος-Κύπρου (ή πιο ορθά Θράκης-Αιγαίου-Κύπρου) θα αντιμετώπιζε λυσσαλέα αντίδραση αν δεν ανέτρεπε ισορροπίες ανάμεσα στους ποικιλώνυμους παίκτες στην περιοχή. Είναι λοιπόν στη μοίρα του Ελληνισμού, ακόμα και απλά ζητήματα που αφορούν στην άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, να εμπλέκονται στα αδιέξοδα γρανάζια του διεθνούς ανταγωνισμού.

Έτσι η απόφαση δύο κρατών μελών του Ο.Η.Ε. να συνεργασθούν στο στρατιωτικό τομέα για να ισχυροποιήσουν την άμυνά τους έναντι κοινής απειλής, αν και αποτελεί πράξη συμβατή με τον καταστατικό χάρτη του ΟΗΕ και το διεθνές δίκαιο, εξελίχθηκε σε επίμαχο θέμα στους διεθνείς κύκλους, στην Ελλάδα και στην Κύπρο.

Η εξέταση της εξέλιξης του δόγματος του ΕΑΧ κάτω από το πρίσμα της γεωπολιτικής σημασίας της Κύπρου αναδεικνύει την πραγματική διάσταση του ζητήματος και καταρρίπτει το μύθο ότι τα προβλήματα που ανέκυψαν ήταν αποκλειστικά απότοκα λανθασμένων χειρισμών στο επίπεδο των ελληνοτουρκικών διαφορών.

Μια σύντομη ιστορική αναδρομή

Την 16η Νοεμβρίου 1993 πραγματοποιήθηκε συνάντηση του Πρωθυπουργού της Ελλάδος Ανδρέα Παπανδρέου και του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκου Κληρίδη, παρουσία των Υπουργών Εξωτερικών και στελεχών των Υπουργείων των δύο χωρών. Στη συνέντευξη τύπου που ακολούθησε, ο Πρόεδρος Κληρίδης μεταξύ άλλων δήλωσε ότι «είχαμε επίσης σύμπτωση απόψεων πάνω στο θέμα του τι πρέπει να γίνει για να ενταχθεί η Κύπρος στον αμυντικό σχεδιασμό της Ελλάδος». Ο Έλληνας Πρωθυπουργός ήταν σαφέστερος: «Οι εκτιμήσεις μας … για το τι δέον γενέσθαι συμπίπτουν. … Η βασική δέσμευση της Ελλάδος ότι αν υπάρξει προέλαση τουρκικών στρατευμάτων, αυτό οδηγεί σε πόλεμο, αυτή η γενική αρχή προωθήθηκε σε βάθος. Πρώτον, με την έννοια ότι η αμυντική γραμμή της Ελλάδος περιλαμβάνει την Κύπρο και δεύτερον ότι είναι απαραίτητος ο συντονισμός και κοινός σχεδιασμός της άμυνας του Ελληνισμού, Ελλάδας και Κύπρου».

Είναι αξιοσημείωτο ότι στη συνάντηση αυτή δεν παρέστησαν οι Υπουργοί Άμυνας των δύο χωρών. Η συνάντηση, άλλωστε, είχε ως κύρια θέματα την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη σύγκληση Πανεθνικής Διάσκεψης. Ορθά, όμως, η συνάντηση αυτή θεωρήθηκε ως η αφετηρία του Δόγματος του ΕΑΧ, γιατί τότε με σαφείς δηλώσεις ανετράπη το δόγμα του «η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάδα συμπαρίσταται». Ο Πρωθυπουργός, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα δημοσιογράφου, δήλωσε λακωνικά «Μάλιστα, η σημερινή συνάντηση το έχει ανατρέψει». Ο Κληρίδης συμπλήρωσε «Αυτό το δόγμα ανετράπη με την ομιλία μου στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όταν είπα ότι για μένα συνεργασία σημαίνει ‘αλληλοενημέρωση, συναποφάσεις’, και δε σημαίνει η Κύπρος αποφασίζει και ακολουθεί η Ελλάς ή αποφασίζει η Ελλάς και ακολουθεί η Κύπρος. Σημαίνει συναποφάσεις».

Η συνάντηση δεν προσδιόρισε διαδικασίες υλοποίησης της αμυντικής συνεργασίας. Ίσως, κατά την άποψη ορισμένων κύκλων, το θέμα θα μπορούσε να μείνει στο επίπεδο της ανακοίνωσης των προθέσεων. Το Υπουργείο Άμυνας, όμως, πήρε την πρωτοβουλία υλοποίησης της συνεργασίας με κάλυψη του Πρωθυπουργού και ένθερμη στήριξη από τον Πρόεδρο Κληρίδη και τον Υπουργό Άμυνας της Κύπρου κ. Κ. Ηλιάδη. Καταλυτικό ρόλο στην υλοποίηση της συνεργασίας έπαιξε και ο νεοδιορισθείς και ικανότατος Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς, Στρατηγός Ν. Βορβολάκος.

Το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδος-Κύπρου

Το Δόγμα του ΕΑΧ, όπως αποκλήθηκε στη συνέχεια η «ένταξη της Κύπρου στον αμυντικό σχεδιασμό της Ελλάδος», δεν ήταν ένα στρατιωτικό εγχείρημα στη στενή έννοια – αλλά ένα ευρύτερο σχέδιο μέσα σ’ ένα σαφές στρατηγικό και πολιτικό πλαίσιο.[1]

Ακρογωνιαίος λίθος της νέας προσέγγισης ήταν η εκτίμηση ότι η κατάρρευση του ψυχροπολεμικού διπολικού συστήματος μετά το ’89, και η ρευστότητα της επακόλουθης παγκοσμιοποίησης, άλλαξε δραματικά τις παραμέτρους του παιχνιδιού και προσέφερε νέες ευκαιρίες στον Ελληνισμό.

Στην περίοδο του διπολικού ψυχροπολεμικού συστήματος, η Ελλάδα είχε αποκοπεί από τη φυσιολογική της οικονομική και κοινωνική ενδοχώρα στα Βαλκάνια. Έμεινε ένα κομμάτι της Δύσης, ξεκομμένο, από γεωγραφική άποψη, από τη Δυτική Ευρώπη. Η Κύπρος ακολούθησε το δρόμο των Αδεσμεύτων και χαρακτηρίσθηκε ως μια χώρα της Μέσης Ανατολής και όχι ως μέρος του Ελληνισμού, ως χώρα της Ευρώπης. Την ίδια εποχή η Τουρκία εκμεταλλεύθηκε την αναβαθμισμένη στρατιωτικοπολιτική της θέση και ακολούθησε ένα μακροχρόνιο πρόγραμμα τουρκικού επεκτατισμού.

Ήταν η εποχή που χάθηκε ο Ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης, ήταν η εποχή που αφελληνίσθηκαν η Ίμβρος και η Τένεδος. Ακολούθησε η τραγωδία της Κύπρου με την παράνομη κατοχή ενός μεγάλου τμήματος από τουρκικά στρατεύματα. Ήταν η εποχή της συρρίκνωσης του Ελληνισμού.

Σ’ όλη αυτήν την περίοδο, ο Ελληνισμός στάθηκε αδύναμος να υπερασπισθεί τα συμφέροντά του. Αντίθετα, επικράτησαν τελικά οι πολιτικοί στόχοι του Αγγλο-Αμερικανικού παράγοντα για επιρροή στην περιοχή: ελεγχόμενη εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, αποθάρρυνση πολιτικής και στρατιωτικής παρουσίας της Ελλάδας στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, μείωση της πολιτικής παρουσίας του Ελληνισμού στην Κύπρο, δηλαδή διχοτόμηση της Κύπρου. Αντίθετα, ο τουρκικός επεκτατισμός χρησιμοποιήθηκε από τις ίδιες δυνάμεις ως ένα βολικό εργαλείο στη διαμόρφωση του στρατιωτικοπολιτικού σκηνικού στην περιοχή.

Ήταν φυσικό η κατάσταση αυτή να είχε δημιουργήσει ένα κλίμα απογοήτευσης, ακόμα και ηττοπάθειας, που αποθάρρυνε κάθε πρωτοβουλία ανατροπής της υφιστάμενης κατάστασης.

Ενώ η ψυχροπολεμική περίοδος κατέτασσε τον διασπασμένο Ελληνισμό στο περιθώριο των ευρωπαϊκών εξελίξεων, η νέα μακρά μεταβατική περίοδος που ακόμη διανύουμε, παρά τη ρευστότητα που την χαρακτηρίζει, προσφέρει ευκαιρίες στον Ελληνισμό να διεκδικήσει την ενότητά του, να επανακτήσει τις σχέσεις του με την παραδοσιακή του ενδοχώρα στα Βαλκάνια, στις χώρες του Εύξεινου Πόντου και στην Ανατολική Μεσόγειο, να εντάξει τον Ελληνισμό σε ένα ευρωπαϊκό σχέδιο που εμπεριέχει την Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Κυπριακή Δημοκρατία ως απαραίτητα στοιχεία ολοκλήρωσης ενός πανευρωπαϊκού οράματος. Υπό αυτό το πρίσμα, βασικοί άξονες της εθνικής στρατηγικής του Ελληνισμού[2] θεωρήθηκαν οι εξής:

1.      Σαφής ευρωπαϊκός προσανατολισμός του Ελληνισμού.

2.      Επιθετική οικονομική πολιτική της Ελλάδος και της Κύπρου, οικονομική, πολιτική και πολιτιστική συνεργασία στα Βαλκάνια, στις χώρες του Εύξεινου Πόντου, στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Αφρική, οικονομική συνεργασία με τη Ρωσία και συμμετοχή σε δραστηριότητες ανάπτυξης ενεργειακών κόμβων.[3]

3.      Αμυντική πολιτική που καλύπτει τον ενιαίο χώρο του Ελληνισμού και αναπτύσσει δίκτυα αμυντικής συνεργασίας στην περιοχή.

Παραθέτω τα παραπάνω γιατί θεωρώ ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να κατανοήσουμε ότι το δόγμα του ΕΑΧ δεν ήταν ένα μετέωρο στρατιωτικό εγχείρημα, αλλά αναπόσπαστο μέρος μιας ευρύτερης εθνικής στρατηγικής όπου ο Ελληνισμός θα ήταν δυναμικός παίκτης στην περιοχή και η άμυνα θα στήριζε (και θα στηριζόταν από) μια δυναμική οικονομική, πολιτική και πολιτιστική παρουσία στον ευρύτερο χώρο.

Το ΔΕΑΧ, λοιπόν, εντάσσεται σε μια ευρύτερη αντίληψη της στρατηγικής του Ελληνισμού. Με λίγα λόγια, η θέση είναι ότι η Ελλάδα χωρίς την Κύπρο είναι ακρωτηριασμένη, αλλά και η Κύπρος δεν μπορεί να επιβιώσει, ως μέρος του Ελληνισμού, χωρίς πολυδιάστατη και λειτουργική σύνδεση με την Ελλάδα. Πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι, χωρίς αυτού του είδους την προσέγγιση, ο Ελληνισμός θα παρέμενε ανήμπορος να συγκροτήσει αξιόπιστη αποτρεπτική άμυνα απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό. Βέβαια, η αποτρεπτική δύναμη δε μετριέται μόνον με τη στρατιωτική ισχύ μέσα στον αμυντικό χώρο, αλλά και με πόσους φίλους και συμμάχους έχεις στην περιοχή. Σημειώνω εδώ χαρακτηριστικά την εντύπωση που προξένησε στη διεθνή κοινότητα η ανάπτυξη της στρατιωτικής μας διπλωματίας, και στρατιωτικών συνεργασιών με χώρες όπως η Συρία, η Αρμενία, η Αίγυπτος, κ.α. Επίσης, οι επισκέψεις της ηγεσίας των Υπουργείων Εθνικής Άμυνας στο Ισραήλ και στη Συρία[4] και η υπογραφή συμφωνιών στρατιωτικής συνεργασίας σε επίπεδο κοινών ασκήσεων και συμπαραγωγής αμυντικού υλικού σηματοδοτούσαν την απαρχή μιας ενεργού παρουσίας του ελληνικού παράγοντα στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.[5]

Η υλοποίηση του Δόγματος

Η υλοποίηση του Δόγματος στάθηκε μια ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση. Το μεγαλύτερο εμπόδιο ήταν η παγιωμένη αντίληψη ότι η «Κύπρος είναι μακριά» – καθαρός απόηχος της στρατιωτικής εισβολής των Τούρκων το 1974. Η αντίληψη αυτή ανατράπηκε, χωρίς μεγάλες αντιστάσεις, στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, με στήριξη των νέων ηγεσιών στα Επιτελεία. Οι Υπηρεσίες του Υπουργείου Εξωτερικών, χωρίς να εκδηλωθούν αρνητικά, δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενθουσιασμό και προτίμησαν να περιορίσουν τις δραστηριότητές τους στην ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε.[6] Στον πολιτικό χώρο, η αντιπολίτευση δεν ήταν ιδιαίτερα αισθητή. Θα έλεγα ότι ήταν στάση κριτικής ανοχής.

Στην Κύπρο, η αντίδραση ήλθε από το ΑΚΕΛ, με καθαρά διαφοροποιημένη ιδεολογική τοποθέτηση. Ενδεικτικά αναφέρω ότι σε τηλεοπτική συζήτηση για το δόγμα του ΕΑΧ, το 1993, ο τότε Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ, Δημήτρης Χριστόφιας, είχε χαρακτηρίσει την Ελλάδα ως «Ξιπετσισμένο Κουρκουτά»… Στον κυπριακό λαό, υπήρχε πράγματι η ανησυχία μήπως η πολυπόθητη επανεμφάνιση της Ελλάδας στην Κύπρο μείνει μόνον στα χαρτιά. Η πικρή εμπειρία του ’74 είχε αφήσει βαθιές και ανοικτές πληγές. Η ιδέα όμως αγκαλιάστηκε από τον κυπριακό λαό, και την αλλαγή κλίματος την διαπίστωσα και ο ίδιος στην επίσκεψή μου στην Κύπρο στις 17-3-1994. Με την πάροδο του χρόνου, το ΕΑΧ στηρίχθηκε με ενθουσιασμό, γιατί ο Κυπριακός λαός είδε ότι το δόγμα υλοποιείται στην πράξη. Σε μία δημοσκόπηση το 1997[7], το 88% των πολιτών τάχθηκαν υπέρ του ΕΑΧ.

Οι διπλωματικές Υπηρεσίες των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας αντέδρασαν ευθύς εξ αρχής. Ομολογουμένως οι αρχικές αντιδράσεις ήταν ήπιες, ίσως επειδή πίστευαν ότι το ΕΑΧ ήταν ένα «πυροτέχνημα» που δε θα είχε συνέχεια. Όταν κατανόησαν ότι το ΕΑΧ υλοποιείται με αποφασιστικότητα, οι αντιδράσεις κλιμακώθηκαν. Ούτε και έλειψαν οι σχετικές προειδοποιήσεις προς εμένα.

Το δυνατό χαρτί του ΕΑΧ ήταν η δυναμική της ταχείας υλοποίησής του. Κάτω από την εμπνευσμένη καθοδήγηση του Στρατηγού Ν. Βορβολάκου, η Εθνική Φρουρά αναπτύχθηκε σε μια ισχυρή αποτρεπτική δύναμη, υψηλής ετοιμότητας και μαχητικής ικανότητας. Αν και δεν είναι σκόπιμο να παραθέσω λεπτομέρειες, οφείλω να υπογραμμίσω ότι ήταν εντυπωσιακή τόσο η αναβάθμιση των μονάδων με νέο και σύγχρονο εξοπλισμό όσο και η ενίσχυσή τους με έμπειρο προσωπικό. Ταυτόχρονα, οι αμυντικές υποδομές προχώρησαν με γοργούς ρυθμούς: το στρατιωτικό αεροδρόμιο στην Πάφο (που αργότερα ονομάστηκε αεροδρόμιο «Ανδρέας Παπανδρέου») και ο ναύσταθμος στην Ανατολική Κύπρο.

Ακρογωνιαίος λίθος του ΕΑΧ ήταν ο συντονισμός των εξοπλισμών και των σχεδίων αμύνης των δύο χωρών. Αυτό το έργο είχαν αναλάβει μεικτές επιτροπές των επιτελείων των δύο χωρών. Σ’ αυτό το πλαίσιο κρίθηκε αναγκαία η προμήθεια ρωσικών αρμάτων Τ-80, καθώς και η προμήθεια αντιαεροπορικών πυραύλων για την Κυπριακή Άμυνα.[8]

Ο συντονισμός των αμυντικών σχεδίων άμυνας Θράκης-Αιγαίου-Κύπρου προωθήθηκε με κοινές συνεδριάσεις επιτελών, ασκήσεις επί χάρτου και κοινές ασκήσεις στο πλαίσιο ΤΟΞΟΤΗΣ και ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ. Οι κοινές ασκήσεις δεν ήταν μόνον σημαντικές από στρατιωτική πλευρά, αλλά ήταν και ιδιαίτερα καταλυτικές στην εμπέδωση εμπιστοσύνης κυρίως στον Κυπριακό λαό, ότι η Ελλάδα ήταν εκεί. Ήταν αυτές οι ασκήσεις που χάραξαν βαθειά στη συνείδηση του κυπριακού λαού το δόγμα ΕΑΧ. Γι’ αυτό είναι χρήσιμο να παραθέσω μερικά ιστορικά γεγονότα.[9]

Την 9η Οκτωβρίου 1994, στα πλαίσια της ΤΑΜΣ «Νικηφόρος 1994», για πρώτη φορά στην ιστορία, η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία με τέσσερα Α-7 Κορσέρ και δύο F-16 και επικεφαλής τον Επισμηναγό Ηλία Βενέτη παρέχει εικονικά πυρά εγγύς αεροπορικής υποστήριξης σε ασκούμενες στο έδαφος μονάδες της Εθνικής Φρουράς. Στο θαλάσσιο χώρο της Άσκησης, μετέχει και η φρεγάτα ΑΔΡΙΑΣ του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού. Σημειώνω ότι αυτή η επιχείρηση ήταν υψηλού κινδύνου γιατί δε γνωρίζαμε ποιες θα ήταν οι αντιδράσεις. Το τολμήσαμε.

Την 10η Οκτωβρίου 1994, τρία F-16 υπερίπτανται της παρελάσεως των ασκηθέντων τμημάτων της Ε.Φ. στη Λάρνακα, όπου μετέχει και άγημα της φρεγάτας «ΑΔΡΙΑΣ». Ο ενθουσιασμός των Κυπρίων κορυφώνεται.

Στις 25-27 Σεπτεμβρίου 1995, τρία F-16 και τρία Α-7 Κορσέρ με πραγματικά πυρά μετέχουν καθημερινά στην άσκηση «Τοξότης-Νικηφόρος ’95». Στην άσκηση συμμετέχουν επίσης η φρεγάτα ΥΔΡΑ, το αντιτορπιλικό ΝΕΑΡΧΟΣ και το υποβρύχιο ΑΜΦΙΤΡΙΤΗ. Στην παρέλαση, στη Λάρνακα, υπερίπτανται τέσσερα F-16 και συμμετέχουν αγήματα των σκαφών του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού. Για πρώτη φορά στην ιστορία Πρόεδρος της Κύπρου, ο Γλ. Κληρίδης, επιθεωρεί στο αεροδρόμιο Πάφου τα ελληνικά F-16.

Στις 7-9 Οκτωβρίου 1996, η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία συμμετέχει καθημερινά στην ΤΑΜΣ Νικηφόρος ’96 με τέσσερα F-16 και δύο Α-7. Για πρώτη φορά, ένα C-130 πραγματοποιεί ρίψη 25 αλεξιπτωτιστών. Στη θαλάσσια άσκηση μετέχουν το αντιτορπιλικό ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ, η φρεγάτα ΑΙΓΑΙΟΝ, το υποβρύχιο ΠΟΣΕΙΔΩΝ και δύο πυραυλάκατοι. Στην παρέλαση στη Λάρνακα, μαζί με την Ε.Φ., μετέχει η ΕΛ.ΔΥ.Κ., τα αγήματα των σκαφών του Π.Ν. και οι αλεξιπτωτιστές.

Μετά τη δική μου θητεία στο Υπουργείο, οι ασκήσεις συνεχίσθηκαν μέχρι το 2000. Τον Οκτώβριο 2000 ήταν η τελευταία φορά που διεξήχθη η άσκηση «Τοξότης». Έκτοτε δεν εμφανίστηκαν στην Κύπρο αεροναυτικές ελληνικές δυνάμεις.

Στις 29-9-2008, ο Υπουργός Άμυνας της Κύπρου Κώστας Παπακώστας ενταφιάζει το ΔΕΑΧ και δηλώνει ότι «Στην ουσία το Δόγμα του ΕΑΧ ήταν ένα προεκλογικό πυροτέχνημα που δεν είχε πρακτική εφαρμογή, και όταν γίνονταν τέτοιες ασκήσεις, γίνονταν παράλληλα και ασκήσεις των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων στα κατεχόμενα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται κλίμα εχθρότητας και κίνδυνος σύγκρουσης και τίποτε περισσότερο». Ο κ. Παπακώστας οφείλει να κατανοήσει ότι οι άνδρες που πήραν μέρος στις επικίνδυνες αποστολές του ΔΕΑΧ δεν έπαιζαν με πυροτεχνήματα, έπαιζαν με τη ζωή τους, για την ασφάλεια όλων μας, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου.

Πράγματι, όταν τον Δεκέμβριο του 1998, μετά από σύσκεψη με τον Πρωθυπουργό Κ. Σημίτη, ο Πρόεδρος της Κύπρου δέχεται να μην αποσταλούν στην Κύπρο οι S-300. το δόγμα του ΕΑΧ στην ουσία ακυρώνεται. Και κάτι χειρότερο: δεχθήκαμε ότι η επιλογή του αμυντικού μας εξοπλισμού τελεί υπό την αρνησικυρία της Τουρκίας.

Ας είμαστε ειλικρινείς: το ΔΕΑΧ δεν ισχύει γιατί οι πυλώνες της Εθνικής Στρατηγικής που ανέφερα πιο πάνω εγκαταλειφθήκαν σταδιακά μετά το 1996.

Και ερωτώ: τώρα που επιστρέψαμε στο παλιό δόγμα ότι «η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάς συμπαρίσταται», είμαστε ασφαλέστεροι; Πιστεύουμε ότι η Κύπρος, χωρίς τον ΕΑΧ, εξασφαλίζει καλύτερη αποτρεπτική δύναμη; Πιστεύουμε ότι η Άμυνα Θράκη-Αιγαίο-Κύπρος μπορεί να εξασφαλισθεί χωρίς ενιαίο αμυντικό σχεδιασμό; Πιστεύουμε ότι οι απειλές στη Θράκη και το Αιγαίο είναι διαφορετικές από εκείνες της Κύπρου και συνεπώς μπορούν να αντιμετωπισθούν με διακριτούς χειρισμούς σε στρατιωτικό και διπλωματικό επίπεδο; Ή μήπως πιστεύουμε ότι αποτρεπτική δύναμη δεν χρειάζεται γιατί δεν υπάρχει πλέον απειλή; Ή ακόμη μήπως πιστεύουμε, μαζί με τον κ. Παπακώστα, ότι, αναπτύσσοντας αποτρεπτική δύναμη, δημιουργούμε κλίμα εχθρότητας και κίνδυνο σύγκρουσης;

Και κάτι τελευταίο: Αν, λέω αν, χρειασθεί κάποτε να αποτρέψουμε νέα εισβολή, θα προστρέξουμε στη βοήθεια ποιων; Είναι ερωτήματα στα οποία αυτοί που επιχαίρουν για την ουσιαστική κατάλυση του ΕΑΧ, οφείλουν να απαντήσουν.

31/10/2008


[1] Στοιχεία αυτού του πλαισίου περιέχονται σε διάφορες ομιλίες μου, μεταξύ των οποίων:

«Το δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου», ομιλία στο ΚΥΚΕΜ, Λευκωσία, 17-3-1994, και

«Η κυπριακή ανεξαρτησία θεμέλιο της στρατηγικής του Ελληνισμού», ομιλία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, 14-11-1996.

Οι ομιλίες αυτές περιέχονται στο βιβλίο μου «10 παρεμβάσεις για το Κυπριακό», Ελληνικά Γράμματα, 2004.

[2] Op. cit. σελ. 19-23.

[3] Σ’ αυτόν τον άξονα εντάσσεται και η στρατηγική διεθνούς συνεργασίας για διεύρυνση και αξιοποίηση κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου στο θαλάσσιο χώρο της Κύπρου και στα διεθνή ύδατα της Ν.Α. Μεσογείου (βλ. ομιλία μου της 27-3-2007).

[4] Επίσκεψη Υπουργών Άμυνας στο Ισραήλ το Νοέμβριο του 1994 και στη Συρία τον Ιούνιο του 1995.

[5] Δραστηριότητα που, δυστυχώς, δεν είχε συνέχεια και σήμερα έχει αναληφθεί από την Τουρκία.

[6] Κατά τη γνώμη ορισμένων διπλωματών, η προώθηση του ΕΑΧ δημιουργούσε προβλήματα στις διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε.

[7] Δημοσκόπηση του AMER στον Φιλελεύθερο, 12-2-1997.

[8] Παρά την «απαγόρευση», τα άρματα Τ-80 πέρασαν με κάθε μυστικότητα στην Κύπρο και εμφανίστηκαν στην παρέλαση τον Οκτώβριο 1996. Σχετικά με την αντιαεροπορική άμυνα, σε κοινή συνάντηση Σημίτη-Κληρίδη την 17-1-1997, ανακοινώθηκε η προμήθεια ρωσικών αντιαεροπορικών πυραύλων S-300. Επειδή τότε δεν ήμουν Υπουργός Εθνικής Άμυνας, δεν έχω πλήρη γνώση του θέματος, για το οποίο πρόσφατα προέκυψαν ερωτήματα (π.χ. δημοσίευμα στην ε/φ ΘΕΜΑ της 19-10-2008, κατά το οποίο υπήρξε «δέσμευση» του Προέδρου Κληρίδη «να μην παραλάβει συστατικά τμήματα του αντιαεροπορικού συστήματος» σύμφωνα με έγγραφο του State Department, ώστε, τελικά, να μην εγκατασταθούν οι S-300 στην Κύπρο).

[9] Τις πληροφορίες αυτές αντλώ από δικές μου σημειώσεις και από άρθρο του Λάζαρου Μαύρου στην «Σημερινή», 2-10-2008.