Γερμανία-Τουρκία: Η σχέση δυο καλών συνεταίρων

Του Κυριάκου Δημάγγελου*

Πριν από πέντε ημέρες, όταν ξέσπασε το τελευταίο επεισόδιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων με την έκδοση της τουρκικής NAVTEX για έρευνες εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, η Άνγκελα Μέρκελ έδειξε για ακόμα μια φορά την «συμπάθεια» της προς τον Τούρκο πρόεδρο… τον οποίον και κάλεσε τηλεφωνικά ώστε να συζητήσουν τις εξελίξεις στην Μεσόγειο.

Λίγα 24ωρα πριν, κατά την διάρκεια Σύνοδο Κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών, ο Έλληνας πρωθυπουργός και ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, άκουγαν ένα ακόμα ηχηρό «NEIN» για την επιβολή κυρώσεων προς την Τουρκία και την υπόσχεση πως το ζήτημα της τουρκικής προκλητικότητας θα συζητηθεί…τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.

Η σιωπή της κυβέρνησης της Γερμανίας για ακόμα μια φορά μπροστά στον τουρκικό αναθεωρητισμό και επεκτατισμό δεν αποτελεί είδηση. Εξάλλου το ίδιο έχουν κάνει σε πολλές περιπτώσεις στο πρόσφατο παρελθόν: Βόρεια Συρία, Ιράκ, Λιβύη, Αιγαίο και φυσικά Κύπρος.  

Η πρόσδεση του προτεσταντικού Βερολίνου και της Ισλαμικής Άγκυρας μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζει παράδοξη, όμως μια πιο διεξοδική προσέγγιση των γερμανό-τουρκικών σχέσεων εξηγεί αυτά που μοιάζουν ανεξήγητα.

Η ισορροπία του τρόμου για το προσφυγικό

Το 2015, η Καγκελάριος της Γερμανίας, ήταν η απόλυτη κυρίαρχος της γερμανικής πολιτικής σκηνής και η ηγέτιδα της Ευρώπης. Η προσφυγική κρίση του 2015 όμως ήρθε να αμφισβητήσει και τα δυο, με τις χώρες του «Βίζενκγκραντ» να διαφοροποιούνται από το Βερολίνο, και ένα ισχυρό μπλοκ δυνάμεων εντός των γερμανικών τειχών που έθεταν ως βασικό ζητούμενο  τον περιορισμό των προσφυγικών ροών, να δοκιμάζει την εκλογική βάση των Χριστιανοδημοκρατών.

Σε έρευνες που λάμβαναν χώρα την περίοδο εκείνη, η Μέρκελ έβλεπε τα ποσοστά απήχησης  της να πέφτουν κατακόρυφα, ενώ την ίδια ώρα για μεγάλη μερίδα του γερμανικού λαού το προσφυγικό μετατρεπόταν στο κυρίαρχο ζήτημα ασφαλείας. Χαρακτηριστικό είναι πως σε έρευνα του 2015, το 44% των Γερμανών, επέλεξε ως σημαντικότερο ζήτημα πάνω και από την οικονομική κρίση την αντιμετώπιση του προσφυγικού..

Μπροστά σε αυτή τη κατάσταση, η Μέρκελ αναγκάστηκε να αλλάξει πλήρως γραμμή στο προσφυγικό, σκληραίνοντας την στάση της και ζητώντας τον περιορισμό των προσφύγων που θα έφταναν στην Γερμανία. Μονάχα, που το τελευταίο περνούσε μέσα από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος όσο έβλεπε την συνοχή της Ευρώπης να κλυδωνίζεται από την προσφυγική κρίση, τόσο εργαλειοποιούσε το ζήτημα των προσφύγων ώστε να πετύχει τους πολιτικούς του στόχους.

Από τη συμφωνία του 2015-μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας- και εκ’ τότε έχει διαμορφωθεί μια λεπτή ισορροπία τρόμου, η οποία επιβάλλει στον Ερντογάν να μην ανοίγει τα σύνορα για το πέρασμα προσφύγων προς την Ευρώπη και την Μέρκελ να «κλείνει τα μάτια» στις προκλήσεις του και να τον πληρώνει αδρά.

Μέχρι σήμερα, για λόγους πολιτικής επιβίωσης, και οι δυο ηγέτες επιχειρούν με νύχια και με δόντια να διατηρήσουν αυτή την ισορροπία, γνωρίζοντας πως σε διαφορετική πτώση οι επιπτώσεις μπορεί να είναι δραματικές στο εσωτερικό είτε της μιας είτε της άλλης πλευράς.

Οι γερμανοτουρκικές business με τα όπλα

Το 2019, όταν τα τουρκικά γεωτρύπανα εισέβαλλαν στην κυπριακή ΑΟΖ και ο στρατός του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν καταλάμβανε παρανόμως τμήμα της συριακής επικράτειας, το Βερολίνο αντί για κυρώσεις… προμήθευε την Άγκυρα με οπλικά συστήματα αξίας 250 εκατομμυρίων ευρώ, όπως αργότερα αποκάλυψε το γερμανικό πρακτορείο ειδήσεων  (DPA), επικαλούμενο απόρρητο έγγραφο της γερμανικής προεδρίας.

Η πώληση όπλων προς την Τουρκία αποτελεί εδώ και πολλές δεκαετίες μια ιδιαίτερα επωφελή «επιχείρηση» για την γερμανική αμυντική βιομηχανία και ένα πολύ ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί της Καγκελαρίας έναντι της Άγκυρας. Σήμερα, μάλιστα, η Τουρκία αποτελεί τον δεύτερο σημαντικότερο εισαγωγέα των γερμανικών όπλων.

Οι συναλλαγές αυτές χρονολογούνται από το μακρινό 1980, όταν η Δυτική Γερμανία προμήθευε την Άγκυρα με όπλα ώστε να επιτευχθεί η ανάσχεση της Σοβιετικής Ένωσης στα μέρη του Καυκάσου. Μετά την πτώση της Ε.Σ.Σ.Δ, ωστόσο, η σχέση αυτή μετατράπηκε σε μια πολύ συμφέρουσα «επιχείρηση» και για τις δυο πλευρές.

Μονάχα, κατά τη διάρκεια της θητείας του Ταγίπ Ερντογάν, υπολογίζεται πως οι συναλλαγές των δυο πλευρών αναφορικά με την προμήθεια όπλων ξεπέρασε τα 500 εκατομμύρια ευρώ, ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει πως οι εξαγωγές όπλων προς την Τουρκία έχουν αυξηθεί κατακόρυφα κατά τη τελευταία πενταετία.

Οι στενοί δεσμοί των δισεκατομμυρίων

Η Τουρκία αποτελούσε για πολλά χρόνια μια τεράστια αγορά για τα γερμανικά προϊόντα που με την σειρά της προσέφερε στο Βερολίνο τεράστια εμπορικά πλεονάσματα. Ενδεικτικό είναι πως το 2016, το ποσό των γερμανικών εξαγωγών προς την Τουρκία έφτασε τα 21,5 δισεκατομμύρια ευρώ, όταν το 1995 το συνολικό ύψος δεν ξεπερνούσε τα 5,74 δις. Σήμερα, οι οικονομικές δραστηριότητες των δυο χωρών ανέρχονται στα 24,5 δισεκατομμύρια ευρώ σύμφωνα με το Ινστιτούτο τουρκικής στατιστικής.

Την ίδια ώρα, η Τουρκία αποτελεί έναν σημαντικό επενδυτικό προορισμό για τα γερμανικό κεφάλαιο στους τομείς της ασφάλειας αλλά και των κατασκευών. Μεταξύ του 2002 και του 2017, σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας, οι άμεσες γερμανικές επενδύσεις στην Τουρκία έφτασαν τα δέκα δισεκατομμύρια, καθιστώντας έτσι το Βερολίνο τον έκτο σημαντικότερο επενδυτή στην Τουρκία. Αυτή την εποχή στην Τουρκία δραστηριοποιούνται τα τελευταία χρόνια κολοσσοί της γερμανικής οικονομίας όπως η τράπεζα Deutsche Bank, η Siemens, η αυτοκινητοβιομηχανία Volkswagen, ο όμιλος της MAN καθώς και η εταιρία Robert Bosch η οποία απασχολεί πάνω από 16.500 εργαζομένους.

Ωστόσο, το βάρος των δυο πλευρών φαίνεται πως έχει πέσει στον τομέα της ενέργειας. Σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων Anadolu αλλά και την DW, ήδη πολλές γερμανικές εταιρίες έχουν ήδη εμπλακεί σε projects  αιολικής και ηλιακής ενέργειας. Μαζί με τις τουρκικές Kalyon και Türkerler, η Siemens από τον Αύγουστο του 2017 προχώρησε σε μια τεράστια επένδυση που προβλέπει την δημιουργία ενός αιολικού πάρκου 1000 MW, ως μονάχα ένα κομμάτι της συνολικής επένδυσης. Αντίστοιχες επενδύσεις έχουν πραγματοποιήσει και άλλες γερμανικές εταιρίες όπως η InTEC Energy Solutions, η Enercon αλλά και η Nordex CEO.

Οι Γερμανοί….τουρκικής καταγωγής

Ο Ερντογάν έχει ένα πολύ ισχυρό πάτημα εντός του γερμανικού κράτους. Το πάτημα αυτό δεν είναι άλλο από την τουρκική κοινότητα που αριθμεί σήμερα πάνω από τρία εκατομμύρια κατοίκους. Η πλειοψηφία των ανθρώπων αυτών (55%) ψηφίζει στις γερμανικές εκλογές. Ωστόσο, αυτό που εντυπωσιάζει είναι πως το 85% των ψηφισάντων Τούρκων που διαμένουν στην Γερμανία στηρίζει φανατικά τον Ταγίπ Ερντογάν στις εκλογές του 2018. Μάλιστα, μετά την ανακοίνωση της επικράτησης Ερντογάν, πλημμύρισαν τους δρόμους του Βερολίνου φωνάζοντας « Ρετζέπ Ερντογάν, ο δικός μας ηγέτης».

Ποιος ηγέτης, λοιπόν, θα ήθελε να έχει μια κοινότητα 3 εκατομμυρίων ανθρώπων με ισχυρή εθνική ταυτότητα και με στενές σχέσεις με την χώρα καταγωγής του απέναντι στην κυβέρνηση του;

Ο Ερντογάν προχωρά… και εμείς ακόμα λέμε ότι δεν θα τολμήσει

Το μεγαλύτερο πρόβλημα του πολιτικού μας συστήματος είναι η αδυναμία του να καταλάβει τον Τούρκο πρόεδρο. Χρησιμοποιώντας βεβαιότητες του παρελθόντος, κακοφορμισμένες αναλύσεις για την τουρκική εξωτερική πολιτική, και εθνικιστικές κορώνες που συσκοτίζουν παρά διαφωτίζουν, το πολιτικό μας σύστημα διαρκώς αυτό-εγκλωβίζεται στην διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Δυστυχώς για την χώρα μας, οι αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου είναι τεκτονικές…και εμείς ακόμα δεν τις έχουμε κατανοήσει. Ο Ερντογάν κινείται στην Ανατολική Μεσόγειο ως «επικυρίαρχος», οι Ηνωμένες Πολιτείες νίπτουν τας χείρας τους κοιτώντας προς την Ανατολική Ασία, και η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να μας πείσει όλο και πιο πολύ πως αποτελεί ένα «νεκρό οργανισμό».

Η στιγμή ευνοεί τον Ερντογάν, ο συσχετισμός δεν τον αποτρέπει, και η υπόσχεση του για μια μεγάλη Τουρκία τον δεσμεύει. Δυστυχώς, όλα συνηγορούν πως αργά ή γρήγορα θα προχωρήσει και οι Έλληνες αναλυτές που ισχυρίζονται πως δεν θα τολμήσει…μάλλον θα διαψευστούν για ακόμα μια φορά.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ΑΞΙΑ του Σαββάτου