Σύγκριση Ελλάδας – Τουρκίας: Πόσα δαπανούν για εξοπλισμούς και ποιες είναι οι στρατιωτικές τους δυνάμεις

Eνα από τα πιο αγαπημένα γνωμικά του Μάο Τσε Τουνγκ, σύμφωνα με το οποίο «πολιτική ισχύς είναι αυτό που φυτρώνει από την κάννη ενός όπλου», δείχνει να έχει υιοθετήσει τα τελευταία χρόνια η Aγκυρα, προχωρώντας από τη μια πλευρά σε ένα εξοπλιστικό μπαράζ ενίσχυσης των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων και υλοποιώντας από την άλλη ένα επεκτατικό δόγμα σε βάρος σχεδόν όλων των γειτόνων της – και κυρίως απέναντι στην Ελλάδα. Αξιοποιώντας στο έπακρο το ισοζύγιο ισχύος της, το οποίο εδράζεται περισσότερο σε αριθμητικό επίπεδο και λιγότερο σε ποιοτικό, η τουρκική προπαγάνδα επιδιώκει να εμφανίσει την Τουρκία ως περιφερειακή υπερδύναμη που επιδρά καθοριστικά στις εξελίξεις σε μια τεράστια περιοχή που εκτείνεται από τη Βόρεια Αφρική και τη ΝΑ Μεσόγειο μέχρι τον Καύκασο και τα Βαλκάνια.

Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα μέσω της συμμετοχής της σε μία σειρά από διεθνείς οργανισμούς, αν και μικρότερη σε όλα τα αριθμητικά -συγκριτικά- μεγέθη σε σχέση με την τουρκική πολεμική μηχανή, δείχνει να εξισορροπεί σε σημαντικό βαθμό το ισοζύγιο των στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή, επενδύοντας στην αγορά σύγχρονων οπλικών συστημάτων, τα οποία σε μια ενδεχόμενη ελληνοτουρκική πολεμική αναμέτρηση θα μπορούσαν να κάνουν τη διαφορά, πετυχαίνοντας συντριπτικά χτυπήματα στον εξ ανατολών γείτονα. Αξιοποιώντας τα πολλά τρωτά σημεία που έχει η Τουρκία, από την κρίση των Ιμίων, το 1996, και έκτοτε η χώρα μας προχώρησε στην προμήθεια μιας σειράς οπλικών συστημάτων τα οποία από μόνα τους αρκούν για να προκαλέσουν ανυπολόγιστη ζημιά στον αντίπαλό της στο ενδεχόμενο μιας σύγκρουσης είτε στο Αιγαίο είτε στον Εβρο. Στο πλαίσιο αυτό, η πρόσφατη εξαγγελία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη περί υλοποίησης ενός γιγαντιαίου εξοπλιστικού προγράμματος, ύψους 10 δισ. ευρώ, το οποίο θα αφορά, μεταξύ άλλων, την προμήθεια 18 νέων μαχητικών τύπου Rafale, νέων φρεγατών και σύγχρονων οπλικών συστημάτων, αναμένεται ότι θα έχει ως αποτέλεσμα την αποκατάσταση της ισορροπίας δυνάμεων όχι μόνο στο Αιγαίο, αλλά και ευρύτερα στον χώρο της ΝΑ Μεσογείου, ισοσκελίζοντας έτσι σε σημαντικό βαθμό τη στρατιωτική ισχύ ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία.

ellada-tourkia

Ισορροπία δυνάμεων

Η Τουρκία, ούσα μία από τις πολυπληθέστερες χώρες της περιοχής, διαθέτει μία τεράστια δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού το οποίο μπορεί να βρίσκεται υπό τα όπλα. Υπολογίζεται ότι 355.200 άνδρες (μόνιμοι και οπλίτες) υπηρετούν αυτή τη χρονική περίοδο στις Ενοπλες Δυνάμεις της, αριθμός πολύ μεγαλύτερος σε σύγκριση όχι μόνο με την Ελλάδα, αλλά και με κάθε άλλη ευρωπαϊκή δύναμη. Από την άλλη πλευρά, σαφώς λιγότερο είναι το έμψυχο δυναμικό που υπηρετεί στις ελληνικές – εκτιμάται ότι ο αριθμός κυμαίνεται περίπου στις 140.000 άνδρες. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Κυπριακού Κέντρου Στρατηγικών Μελετών, η πρόσφατη μείωση της στρατιωτικής θητείας σε συνδυασμό με τις μαζικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις «γκιουλενιστών» στις τουρκικές Ενοπλες Δυνάμεις από την κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει ως αποτέλεσμα το 2020, σε σχέση με το 2014, να παρατηρείται σημαντική μείωση στην αντιστοιχία μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στρατιωτών. Πιο συγκεκριμένα, σήμερα αντιστοιχούν 2,4 Τούρκοι στρατιώτες για κάθε Ελληνα, όταν το 2014 η σχετική αντιστοιχία ήταν 3,5 προς 1. Παρ’ όλα αυτά, η Τουρκία εξακολουθεί να παραμένει η χώρα με τον μεγαλύτερο αριθμό στρατευμάτων στον χώρο της Ευρώπης, με τη Γαλλία να ακολουθεί με 204.000 στρατιώτες, τη Γερμανία με 181.000, την Ιταλία με 166.000 και το Ηνωμένο Βασίλειο με 148.000.

Παρά τις διαφορές τους, ωστόσο, Ελλάδα και Τουρκία έχουν ένα κοινό στοιχείο σε ό,τι αφορά τον αμυντικό προϋπολογισμό τους, αφού και οι δύο συμπεριλαμβάνονται μεταξύ των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ που διαθέτουν πάνω από το 2% του ΑΕΠ τους για την άμυνα.

Εχοντας τρία ανοιχτά πολεμικά μέτωπα σε εξέλιξη, στη Συρία και τη Λιβύη στο εξωτερικό και με τους Κούρδους στο εσωτερικό της, η Τουρκία έχει διαθέσει από τον προϋπολογισμό του 2020 περίπου 19,4 δισ. δολάρια για τις αμυντικές της δαπάνες. Επί της ουσίας, όμως, ο ακριβής προσδιορισμός των τουρκικών αμυντικών δαπανών αποτελεί έναν δυσεπίλυτο γρίφο, δεδομένου ότι από τον συγκεκριμένο κορβανά τροφοδοτούνται οι δαπάνες πολλών και διαφορετικών φορέων, τα οικονομικά στοιχεία των οποίων είτε δεν είναι ακριβή είτε δημοσιοποιούνται υπό αδιαφανείς όρους, αφού δεν υπόκεινται σε κανέναν έλεγχο από τους αρμόδιους ελεγκτικούς θεσμούς, όπως το Κοινοβούλιο. Ως τέτοιες θεωρούνται τα έσοδα και οι δαπάνες του Ταμείου Υποστήριξης Αμυντικής Βιομηχανίας (SSDF), που αποτελεί τη βασική χρηματοδοτική πηγή για τα εξοπλιστικά προγράμματα, η μισθοδοσία των πολιτοφυλάκων (Köy Korucular), οι απόρρητες δαπάνες (Örtülü Ödenek) της προεδρίας, οι προϋπολογισμοί της κρατικής αμυντικής βιομηχανίας ΜΚΕΚ και του Ιδρύματος για την Ενίσχυση των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (TSKGV), το οποίο κατέχει μερίδια σε 18 εγχώριες αμυντικές βιομηχανίες, μεταξύ των οποίων οι Aselsan, Havelsan, Roketsan και ΤΑΙ, καθώς και το ύψος της επιχορήγησης των κατοχικών δυνάμεων στην Κύπρο.

Από την άλλη πλευρά, ο ελληνικός αμυντικός προϋπολογισμός για το 2020 ανέρχεται σε περίπου 3,4 δισ. ευρώ. Ενα σημαντικό μέρος από το συγκεκριμένο κονδύλι αναμένεται να διατεθεί προκειμένου να καλυφθούν οι τρέχουσες ανάγκες των δύο μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων που ήδη «τρέχουν» στις Ε.Δ., όπως είναι, μεταξύ άλλων, ο εκσυγχρονισμός των μαχητικών αεροσκαφών F-16 σε επίπεδο Viper και των αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας P3 Orion.

Τα στοιχεία του ΝΑΤΟ

Σύμφωνα με τα στοιχεία (αφορούν το 2019) που δόθηκαν από το ΝΑΤΟ, ωστόσο, ιδιαίτερα εμφανής είναι η διαφορά των δαπανών που διαθέτουν οι δύο χώρες για την προμήθεια είτε νέων οπλικών συστημάτων, είτε για τη συντήρηση των ήδη υπαρχόντων, με την Ελλάδα να υπολείπεται σημαντικά της Τουρκίας.

Ειδικότερα, η χώρα μας διέθεσε γι’ αυτό τον σκοπό το 12,5% του αμυντικού προϋπολογισμού της έναντι του 38,6% της Τουρκίας, η οποία, συγκριτικά με το ΑΕΠ της, κατέκτησε τη νατοϊκή πρωτιά στη συγκεκριμένη κατηγορία.

Με δεδομένα τα παραπάνω, αλλά και το γεγονός ότι η Ελλάδα καλείται για μια ακόμη φορά να αντιμετωπίσει την τουρκική απειλή και προκλητικότητα και επί του επιχειρησιακού πεδίου, μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα αναμένεται η υλοποίηση ενός νέου εξοπλιστικού προγράμματος το οποίο θα επαναφέρει την ισορροπία ισχύος στο Αιγαίο, αυξάνοντας συνάμα το ποιοτικό πλεονέκτημα που ήδη διαθέτουν οι ελληνικές Ε.Δ. έναντι των τουρκικών. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη έμφαση πρόκειται να δοθεί προκειμένου να ενισχυθούν περαιτέρω η Πολεμική Αεροπορία και το Πολεμικό Ναυτικό, που είναι τα δύο Σώματα των Ε.Δ. που σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος του ακήρυχτου πολέμου που διεξάγεται στο Αιγαίο, ο οποίος το τελευταίο χρονικό διάστημα βρίσκεται για μια ακόμη φορά σε έξαρση. Η προμήθεια 18 νέων γαλλικών μαχητικών αεροσκαφών Rafale, ο εκσυγχρονισμός των 85 μαχητικών F-16 σε επίπεδο Viper και η προμήθεια ανταλλακτικών για τα Mirage-2000 εκτιμάται ότι θα κάνουν τη διαφορά στο Αιγαίο. Ομοίως και στο Πολεμικό Ναυτικό, η προμήθεια 4 νέων φρεγατών, ο εκσυγχρονισμός των φρεγατών τύπου MEKO και η αγορά τορπιλών βαρέoς τύπου για τα υπερσύγχρονα υποβρύχια Τype 214, θα συνεισφέρουν τα μέγιστα ώστε το ελληνικό Π.Ν. να παραμείνει και για τις επόμενες δεκαετίες κυρίαρχη δύναμη στη ΝΑ Μεσόγειο.