Παναγιωτόπουλος: Η Ελλάδα έσωσε την Ευρώπη από τον μεγαλύτερο τουρκικό εκβιασμό

Στα γεγονότα του περασμένου Μαρτίου στα ελληνοτουρκικά σύνορα αλλά και την υφιστάμενη ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο αναφέρθηκε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος, κατά τη διάρκεια συζήτησης που οργάνωσε μέσω Διαδικτύου η δεξαμενή σκέψης German Marshall Fund.

«Εάν η προσπάθεια παράνομης εισόδου στεφόταν με επιτυχία, θα μπορούσε να είχε προκαλέσει αποσταθεροποίηση της κυβέρνησής μας και να υπονομεύσει την εσωτερική μας ασφάλεια. Η Τουρκία με τον τρόπο αυτό θα κατόρθωνε να εκβιάσει την Ευρώπη για να αποσπάσει περισσότερους πόρους για τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών», σημείωσε ο κ. Παναγιωτόπουλος προσθέτοντας:

«Οι προκλήσεις συνεχίστηκαν με τις εξορμήσεις του Oruç Reis, το οποίο πάντοτε συνοδευόταν από πολεμικά πλοία, γεγονός που μας υποχρέωνε να αντιμετωπίσουμε αυτή την κινητοποίηση με την ανάπτυξη δικών μας πλοίων στην περιοχή».

Στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Έλληνας Υπουργός σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι:

«Είναι όντως μία δύσκολη περίοδος, μία περίοδος γεωπολιτικής ρευστότητας, κατά την οποία αναδύονται νέες προκλήσεις και απειλές σε επίπεδο ασφάλειας.

Η περιοχή μας πάντοτε παρουσίαζε δυσκολίες, αλλά προσφάτως παρατηρείται αλλαγή στάση καίριων δρώντων και δη της Τουρκίας με αποτέλεσμα να επηρεάζεται το συνολικό γεωπολιτικό περιβάλλον, αλλά και η ειρήνη και σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή.

Η Τουρκία εμφανίζεται ολοένα με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, γεγονός που δεν είναι αρνητικό αυτό καθεαυτό, αλλά όταν συνοδεύεται από επιθετική ρητορική, συγκρουσιακή διάθεση και αναθεωρητική πολιτική, λαμβάνει διαφορετικές διαστάσεις”.

Τοποθετώντας στις αρχές του περασμένου Μαρτίου το σημείο, από το οποίο ξεκίνησαν να κλιμακώνονται οι εντάσεις με την Τουρκία, ο Υπουργός αναφέρθηκε στην οργανωμένη προσπάθεια παραβίασης των ελληνικών και ευρωπαϊκών συνόρων από χιλιάδες παράτυπους μετανάστες και στην αποφασιστικότητα της ελληνικής κυβέρνησης να αντιμετωπίσει την εισβολή αυτή, αλλά και τις ψευδείς ειδήσεις που τη συνόδευαν.

Δεν παρέλειψε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για τη συνδρομή άλλων κρατών-μελών.

Σημείωσε σχετικά: «Εάν η προσπάθεια παράνομης εισόδου στεφόταν με επιτυχία, θα μπορούσε να είχε προκαλέσει αποσταθεροποίηση της κυβέρνησής μας και να υπονομεύσει την εσωτερική μας ασφάλεια. Η Τουρκία με τον τρόπο αυτό θα κατόρθωνε να εκβιάσει την Ευρώπη για να αποσπάσει περισσότερους πόρους για τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών».

Οι προκλήσεις συνεχίστηκαν με τις εξορμήσεις του Oruç Reis, το οποίο πάντοτε συνοδευόταν από πολεμικά πλοία, “γεγονός που μας υποχρέωνε να αντιμετωπίσουμε αυτή την κινητοποίηση με την ανάπτυξη δικών μας πλοίων στην περιοχή”.

Οι έρευνες του εν λόγω πλοίου πραγματοποιήθηκαν εντός της ΑΟΖ μας και σίγουρα εντός της υφαλοκρηπίδας μας, παραβιάζοντας σειρά κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, τόνισε επισημαίνοντας ότι σε δεδομένες χρονικές στιγμές είχαν αναπτυχθεί σε μικρή θαλάσσια περιοχή περισσότερα από 40 πλοία των δύο χωρών. «Τέτοιου είδους κινητοποίηση θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε επικίνδυνη κλιμάκωση», εξήγησε.

Ο Έλληνας Υπουργός διαβεβαίωσε ότι η Ελλάδα υιοθετεί σταθερά μία συνετή και συγκρατημένη προσέγγιση υπογραμμίζοντας ότι η χώρα αναγκάστηκε να απαντήσει στην κινητοποίηση της Τουρκίας για να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα.

Αναφερόμενος στον μηχανισμό αποτροπής συγκρούσεων με πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ, επισήμανε ότι θέση της χώρας μας είναι ότι αυτή η προσπάθεια θα πρέπει να υλοποιηθεί σε επίπεδο πολιτικών και διπλωματικών επαφών και όχι από αξιωματούχους των ενόπλων δυνάμεων.

«Καλή τη πίστη καταβάλαμε μέγιστη προσπάθεια για να ξεκινήσει διάλογος με την Τουρκία. Ήμασταν πολύ ξεκάθαροι λέγοντας ότι για να υπάρξει διάλογος θα πρέπει προηγουμένως να απομακρυνθεί το ερευνητικό σκάφος συνοδεία των τουρκικών πολεμικών πλοίων, αλλά η Τουρκία εξέδιδε τη μία navtex μετά την άλλη δηλώνοντας την παρουσία της στην περιοχή και επιδιώκοντας να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν υπήρχε νόημα εμπλοκής μας σε διάλογο», εξήγησε ο κ. Παναγιωτόπουλος.

Αυτή η στιγμή επικρατεί εκ νέου ηρεμία στο Νότιο Αιγαίο, υπάρχει μικρότερη κινητικότητα πολεμικών πλοίων, «γεγονός που σαφώς είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση», παρατήρησε ο Υπουργός συμπληρώνοντας ότι ακόμα «απέχουμε από το να εμπλακούμε σε ουσιαστικό διάλογο με την Τουρκία».

Η Ελλάδα παραμένει ανοιχτή σε προτάσεις για διάλογο, αλλά αυτό που εκτιμάται ως ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι η αναθεωρητική, επεκτατική και επιθετική θέση της Τουρκίας, “η οποία προφανώς αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως αναδυόμενη υπερδύναμη στην περιοχή, η οποία απομακρύνεται από τη Δύση”.

Η τελευταία θα πρέπει να δώσει ιδιαίτερη προσοχή σε αυτή την αλλαγή συμπεριφοράς της Τουρκίας, η οποία εκφράζεται με στρατιωτική εμπλοκή σε διάφορες συρράξεις και με άνοιγμα νέων μετώπων, αλλά και με επιθετική ρητορική, όπως τελευταία κατά του Γάλλου Προέδρου, και υπονομεύει τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, προειδοποίησε. Εξέφρασε δε την άποψη ότι αυτή η συμπεριφορά δεν πρόκειται να αλλάξει παρά μόνον εάν υπάρξει οργανωμένη αντίδραση.

Στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ η Ελλάδα προσπαθεί να καταδείξει ότι πρόκειται για μονομερείς ενέργειες που βλάπτουν τις σχέσεις γειτονίας. “Εμείς πιστεύουμε στις σχέσεις καλής γειτονίας, αλλά φαίνεται ότι η Τουρκία έχει παύσει να πιστεύει σε αυτές”, παρατήρησε.

Ανέφερε μάλιστα την επισήμανση ενός ομολόγου του, σύμφωνα με την οποία το μότο της Τουρκίας “μηδενικά προβλήματα με τις γειτονικές χώρες” έχει εξελιχθεί σε “καμία χώρα, με την οποία να μην έχουμε πρόβλημα”.

Στην πρόθεση της κυβέρνησης να ενισχύσει την αποτρεπτική ισχύ των ενόπλων δυνάμεων, εστίασε στην κατακλείδα της τοποθέτησής του Υπουργός Εθνικής Άμυνας, η οποία θα συνδυαστεί με ενίσχυση ων διπλωματικών προσπαθειών και της έγκυρης ενημέρωσης συμμάχων και όχι μόνο. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα θα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για επίτευξη κατανόησης με την Τουρκία τόσο μέσω του ΝΑΤΟ όσο και σε επίπεδο διμερών σχέσεων.