Ο Μισέλ θα φέρει την πρόταση Μητσοτάκη για εμβολιαστικό πιστοποιητικό στη Σύνοδο Κορυφής

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα ξεκινήσει τη συζήτηση την ερχόμενη Πέμπτη επί της πρότασης του Πρωθυπουργού της Ελλάδας Κυριάκου Μητσοτάκη για ένα αμοιβαία αναγνωρίσιμο πιστοποιητικό εμβολιασμού, αλλά πριν εφαρμοστεί θα πρέπει να έχουν πολλαπλασιαστεί οι εμβολιασμοί ώστε να μην δημιουργηθεί απογοήτευση στον κόσμο, τόνισε ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ.

Σε εκπομπή της δημόσιας τηλεόρασης της Ολλανδίας, ο Μισέλ κληθείς να σχολιάσει την πρόταση Κ. Μητσοτάκη για την καθιέρωση ενός ειδικού πιστοποιητικού,- διαβατηρίου εμβολιασμού που θα επιφέρει ταξιδιωτικές διευκολύνσεις, δήλωσε:

«Ναι, νομίζω ότι η συζήτηση είναι πολύ σχετική και πρόκειται να ξεκινήσουμε τη συζήτηση την επόμενη εβδομάδα. Είχαμε ήδη την ευκαιρία τις τελευταίες εβδομάδες να κάνουμε άτυπες συνομιλίες με τους Ευρωπαίους ηγέτες και νομίζω ότι υπάρχουν δύο ερωτήματα: επί της αρχής, συμφωνούμε να εισαγάγουμε μια τέτοια πιστοποίηση; Και αν συμφωνούμε σε αυτό, πότε θα το εισαγάγουμε, γιατί είναι σαφές για μένα ότι αν συμφωνούσαμε με αυτήν την αρχή, τότε θα πρέπει να εμβολιαστούν περισσότερα άτομα προτού να εφαρμοστεί. Χωρίς αυτό, εάν εφαρμοστεί πολύ νωρίς, θα προκαλούσε μεγάλη απογοήτευση στην Ευρώπη», ξεκαθαρίζει.

«Πιστεύω επίσης ότι εκτός Ευρώπης, άλλες χώρες, σίγουρα θα το σκεφτούν. Είναι απαραίτητη μια ευρωπαϊκή συνεργασία. Αλλά ένα σημαντικό ερώτημα θα μπορούσε να είναι πότε πρέπει να εφαρμοστεί ένα τέτοιο πιστοποιητικό», διευκρινίζει ο Σ.Μισέλ.

Ο ίδιος ως προς την υιοθέτηση της ιδέας αναφέρει:

«Δεν το αποκλείω, αλλά ξέρω επίσης ότι αυτή η συζήτηση, αυτό το θέμα, είναι ευαίσθητο σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, επειδή ορισμένες από αυτές θα έχουν την εντύπωση ότι με ένα τέτοιο πιστοποιητικό στην πραγματικότητα έχουμε αποφασίσει ότι ο εμβολιασμός είναι υποχρεωτικός και πολλές χώρες πιστεύουν ότι είναι καλύτερο ο εμβολιασμός να παραμένει εθελοντικός και να μην αποφασίσουμε να τον καταστήσουμε υποχρεωτικό. Αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση είναι ευαίσθητη, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι επειδή μια συζήτηση είναι περίπλοκη ή ευαίσθητη πρέπει να την αποφύγουμε. Πρέπει να προσπαθήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο για να οικοδομήσουμε μια ευρωπαϊκή ενότητα και για δύσκολες ερωτήσεις».