Καταπέλτης η έκθεση των ΗΠΑ για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Τουρκία

Καταπέλτης είναι η κυβέρνηση των ΗΠΑ κατά της Τουρκίας για σειρά θεμάτων που σχετίζονται με τα ανθρώπινα δικαιώματα και αφορούν, μεταξύ άλλων, κατηγορίες για δολοφονίες και βασανιστήρια και αυθαίρετες συλλήψεις δεκάδων χιλιάδων πολιτικών αντιπάλων, όπως πολιτικών, δικηγόρων, δημοσιογράφων και υπερασπιστών των δικαιωμάτων του ανθρώπου. 

Η δημοσίευση το βράδυ της Τρίτης της “Έκθεσης 2020 για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα” από την αμερικανική κυβέρνηση επαναφέρει στο προσκήνιο την ένταση στις σχέσης ΗΠΑ – Τουρκίας υπό την προεδρία Μπάιντεν, όπως μεταδίδει το Bloomberg.

Ο πρόεδρος Μπάιντεν χαρακτήρισε εξάλλου τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν “απολυταρχικό ηγέτη” σε συνάντηση του με τους New York Times το 2019 και δεν έχει μιλήσει με τον Ερντογάν από την ανάληψη των καθηκόντων του τον Ιανουάριο. 

Στα βασικά σημεία της έκθεσης οι αμερικανικές αρχές αναφέρουν ότι: 
-Οι πολιτικές αρχές διατηρούν ουσιαστικό έλεγχο επί των αξιωματούχων επιβολής του νόμου, με τους μηχανισμούς για τον εντοπισμό και την επιβολή κυρώσεων σε περιπτώσεις κακοποίησης και διαφθοράς να παραμένουν ανεπαρκείς. 

Από την απόπειρα του πραξικοπήματος, οι αρχές έχουν απολύσει ή θέσει σε αναστολή δεκάδες χιλιάδες μέλη της αστυνομίας, του στρατού και της δικαστικής εξουσίας και έχουν κλείσει πάνω από 1.500 μη κυβερνητικές οργανώσεις επικαλούμενες στοιχεία που συνδέονται με την τρομοκρατία, ιδίως για εικαζόμενες σχέσεις με το κίνημα Γκιουλέν.

Η κυβέρνηση έχει πάρει ελάχιστα μέτρα για να ερευνήσει, διώξει και τιμωρήσει μέλη των υπηρεσιών ασφαλείας και άλλους αξιωματούχους που κατηγορούνται για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ατιμωρησία παραμένει πρόβλημα. 

Συνεχίζονται οι αυθαίρετες συλλήψεις και η κράτηση δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, όπως πολιτικών από την αντιπολίτευση και πρώην μελών του κοινοβουλίου, δικηγόρων, δημοσιογράφων, προασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και υπαλλήλων της αμερικανικής αποστολής, για  υποτιθέμενες σχέσεις με τρομοκρατικές ομάδες. 

Διαπιστώνονται τέλος σοβαροί περιορισμοί στην ελευθερία της έκφρασης, στον Τύπο και το Ίντερνετ: αυτό περιλαμβάνει απειλές για την άσκηση βίας κατά δημοσιογράφων, την άσκηση ποινικής δίωξης δημοσιογράφων και άλλων επειδή άσκησαν κριτική σε κυβερνητικές πολιτικές ή αξιωματούχους καθώς και την άσκηση λογοκρισίας και τον αποκλεισμό ιστοσελίδων.