Τεταμένες οι σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας – Ο Μπάιντεν έκανε αυτό που δεν τόλμησε ούτε ο Ομπάμα

Αλυσιδωτές αντιδράσεις, αλλά και ενδείξεις περαιτέρω επιδείνωσης των σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας, πυροδοτεί από χθες η κίνηση του Τζο Μπάιντεν να αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων.

Μετά την οργισμένη απάντηση της Άγκυρας, που εκφράστηκε και από τον ίδιο τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, το τουρκικό ΥΠΕΞ γνωστοποίησε ότι κάλεσε τον Αμερικανό πρέσβη στην τουρκική πρωτεύουσα, διαβιβάζοντας την «έντονη αντίδραση» της Τουρκίας για την κίνηση της Ουάσινγκτον.

Το υπουργείο Εξωτερικών της γείτονος σε ανακοίνωσή του ανέφερε ότι ο υφυπουργός Εξωτερικών Σεντάτ Ονάλ είπε στον πρεσβευτή των ΗΠΑ Ντέιβιντ Σάτερφιλντ ότι η ανακοίνωση των ΗΠΑ δεν έχει καμία νομική βάση και ότι η Άγκυρα «την απορρίπτει, την βρίσκει απαράδεκτη και την καταδικάζει με τον πιο έντονο τρόπο». Ανέφερε ότι η ανακοίνωση προκαλεί «πλήγμα στις σχέσεις που θα είναι δύσκολο να επιδιορθωθεί».

Δεν τόλμησε ούτε ο Ομπάμα

Η ανακοίνωση Μπάιντεν είναι η πρώτη στην οποία πρόεδρος των ΗΠΑ χρησιμοποίησε την λέξη “κλειδί”, “γενοκτονία” για να περιγράψει την αιματηρή ακολουθία γεγονότων που ξεκίνησε την 24η Απριλίου 1915, όταν στο φόντο της επέμβασης της Αντάντ στην Καλλίπολη συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον θάνατο, όπως επρόκειτο να συμβεί και με άλλους ενάμιση εκατομμύριο ομοεθνείς τους, οι πρόκριτοι της αρμενικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης.

Μάλιστα στη σχετική αναφορά του ο Αμερικανός πρόεδρος χρησιμοποιεί κατ’ ιστορική ακρίβεια την ονομασία Constantinople για την μεγαλούπολη που μέχρι το 1930 ονομαζόταν επισήμως Kostantiniyye.

Η πρωτοβουλία του Μπάιντεν να αποκαλέσει την Αρμενική Γενοκτονία με το όνομά της, αποτελούσε προεκλογική του δέσμευση. Το ίδιο όμως ίσχυε και με τον Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος, όταν ήρθε η ώρα, προτίμησε να καλυφθεί πίσω από τον καθιερωμένο αρμενικό όρο Mets Yeghern (“Μέγα Κακό”).

Μόνο ο Ρίγκαν είχε τολμήσει

Οι αμερικανικές κυβερνήσεις, παραδοσιακά, απέφευγαν να θίξουν το ζήτημα της γενοκτονίας. Ήταν ένα θέμα ταμπού στο λεξικό των Αμερικανών διπλωματών. Κατά παράδοξο τρόπο, ο μοναδικός πρόεδρος που μίλησε ανοιχτά για γενοκτονία ήταν ο Ρεπουμπλικάνους Ρέιγκαν:

Όπως η γενοκτονία των Αρμενίων που προηγήθηκε, και η γενοκτονία των Καμποτζιανών που ακολούθησε και όπως πάρα πολλές διώξεις πολλών λαών που ακολούθησαν, το μάθημα του Ολοκαυτώματος δεν πρέπει να ξεχαστεί” είχε δηλώσει ο πρόεδρος Ρέιγκαν το 1981, την ημέρα μνήμης για το Ολοκαύτωμα. Προφανώς δεν την αναγνώρισε, αλλά τουλάχιστον την έθιξε.

Αντίθετα, το 2016, στον τελευταίο του προεδρικό λόγο για το Ολοκαύτωμα, ο Ομπάμα απέφυγε να ξεστομίσει τη λέξη “γενοκτονία” και χρησιμοποίηση το “Μέγα Κακό”.

Ο πρώτος μαύρος, Δημοκρατικός, φιλελεύθερος πρόεδρος των ΗΠΑ όμως, που θεωρείται από πολλούς και στην Ελλάδα, από τους πλέον πετυχημένους και συμπαθείς προέδρους των ΗΠΑ, έκανε μια μεγάλη κωλοτούμπα, αθετώντας την υπόσχεσή του. Έκανε τα πάντα προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτά που έλεγε πριν τις εκλογές.

Το 2017 την πρέσβειρα των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη επί εποχής Ομπάμα, Samantha Power, όταν παραδέχτηκε, μέσω tweet, ότι «πολύ λυπούμαστε που, κατά τη διάρκεια της θητείας μας, στην κυβέρνηση Ομπάμα δεν αναγνωρίσαμε την Αρμενική Γενοκτονία».

Το χθεσινό της tweet είναι χαρακτηριστικό:

Τι ήθελε το Ισραήλ στο παρελθόν

Όλα αυτά τα χρόνια, όμως και το Ισραήλ, είχε βάλει το χεράκι του για να μην αναγνωριστεί από τις ΗΠΑ η Γενοκτονία των Αρμενίων. Και αυτό διότι το φιλοισραηλινό λόμπι κατέβαλε προσπάθειες να αποτρέψει την αναγνώριση της Αρμενικής Γενοκτονίας, από επιθυμία να προστατεύσει τη μοναδικότητα του Εβραϊκού Ολοκαυτώματος και με το βλέμμα στραμμένο στη στρατηγική συνεργασία Τουρκίας-Ισραήλ. Πλέον, ο κρίσιμος αυτός παράγοντας, δηλαδή η στρατηγική συνεργασία με την Άγκυρα έχει αλλάξει.

Να σημειωθεί ότι η ανακοίνωση του Τζο Μπάιντεν δεν περιέχει ούτε μία αναφορά στην σύγχρονη Τουρκία, καθώς το ίδιο το κείμενο αποπνέει μιαν αμερικανική λογική “θεραπείας των τραυμάτων” και ρητά αναφέρει ότι η απότιση του οφειλόμενου φόρου τιμής προς τα θύματα της γενοκτονίας δεν στρέφεται υποχρεωτικά εναντίον κάποιου.

Μηνύματα οργής από την Αγκυρα

Είχε προηγηθεί από χθες, και λίγα μόλις λεπτά μετά την ανακοίνωση Μπάιντεν, η πρώτη αντίδραση του Ερντογάν. «Κανείς δεν εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι οι συζητήσεις – οι οποίες θα έπρεπε να διεξάγονται από ιστορικούς – πολιτικοποιούνται από τρίτους και γίνονται ένα μέσο παρέμβασης στη χώρα μας», δήλωσε ο Τούρκος πρόεδρος σε μήνυμα που απηύθυνε προς τον Αρμένιο Πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη.

Νωρίτερα ο εκπρόσωπος της τουρκικής προεδρίας, Ιμπραΐμ Καλίν είχε καλέσει τις ΗΠΑ να αναλογιστούν καλύτερα το δικό τους παρελθόν – θυμίζοντας την απάντηση που είχε δώσει η Τουρκία στη δήλωση του Ιταλού πρωθυπουργού Μάριο Ντράγκι ότι ο κ. Ερντογάν είναι δικτάτορας.

«Καταδικάζουμε σθεναρά και απορρίπτουμε τις δηλώσεις του Αμερικανού Προέδρου, οι οποίες απλώς επαναλαμβάνουν τις κατηγορίες εκείνων που η μόνη τους ατζέντα είναι η εχθρότητα έναντι της χώρας μας», ανέφερε σε ανάρτησή του κ. Καλίν.

«Εμείς συμβουλεύουμε τον Αμερικανό πρόεδρο να κοιτάξει το παρελθόν και το παρόν» της ίδιας του της χώρας, πρόσθεσε ο εκπρόσωπος του Τούρκου προέδρου.

Από την πλευρά του ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Μεβλούτ Τσαβούσογλου είπε ότι η χώρα του «δεν χρειάζεται μαθήματα από κανέναν για την ιστορία της», σε μια πρώτη αντίδρασή του στις δηλώσεις του Τζο Μπάιντεν.

«Οι λέξεις δεν μπορούν να αλλάξουν ή να ξαναγράψουν τη ιστορία», έγραψε στο Twitter ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, λίγα λεπτά μετά την ανακοίνωση της απόφασης του προέδρου των ΗΠΑ. «Δεν θα δεχτούμε μαθήματα από κανέναν για την ιστορία μας», πρόσθεσε.

Τα αντιπολιτευόμενα τουρκικά κόμματα (εξαιρουμένου του φιλοκουρδικού HDP το οποίο καλεί σε αναγνώριση της γενοκτονίας και κατηγορείται και για αυτόν τον λόγο ως “τρομοκρατικό”) συντάσσονται ασφαλώς με την εθνική γραμμή, αλλά μπορούν να κατηγορούν τον Ερντογάν για καταρράκωση του κύρους και της επιρροής της Τουρκίας.

Μάλιστα η Μεράλ Ακσενέρ του εθνικιστικού “Καλού Κόμματος” αναρωτήθηκε γιατί ο πρόεδρος δεν έκλεισε το τηλέφωνο στον Αμερικανό ομόλογό του ήδη από την Παρασκευή.

Τι απαντούν οι ΗΠΑ 

Πρέπει να λάβουμε υπόψη τα ιστορικά γεγονότα, διεμήνυε, από την πλευρά της Ουάσιγκτον.

Στόχος της αναγνώρισης του μεγέθους του ιστορικού γεγονότος της περιόδου 1915-1923 είναι «να αποδοθεί τιμή στα θύματα, όχι να κατηγορηθεί οιοσδήποτε», υπογράμμιζε Αμερικανίδα αξιωματούχος που ζήτησε να μην κατονομαστεί. «Συνεχίζουμε να θεωρούμε την Τουρκία έναν κρίσιμο σύμμαχο στο ΝΑΤΟ», πρόσθεσε.

Αναφέρεται ότι κατά τη τηλεφωνική συνομιλία που είχε την Παρασκευή ο κ. Μπάιντεν με τον Τούρκο ομόλογό του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, οι δύο ηγέτες συμφώνησαν να συναντηθούν τον Ιούνιο στο περιθώριο της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες.

«Υπάρχουν πολλά κοινά συμφέροντα, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι μυστικό για κανέναν ότι υπάρχουν επίσης αποκλίσεις μεταξύ των χωρών μας», είπε η ίδια.

«Ένα κρίσιμο μέρος αυτής της διαδικασίας είναι να λάβουμε υπόψη τα ιστορικά γεγονότα», υπογράμμισε η αξιωματούχος.

Οι Αμερικανοί πρόεδροι συνηθίζουν εδώ και δεκαετίες να εκδίδουν στις 24 Απριλίου μια ανακοίνωση για την «Ημέρα Μνήμης των Αρμενίων», χωρίς, ωστόσο, να αναφέρουν τον επίμαχο όρο της γενοκτονίας.

Μέχρι το Σάββατο ο μοναδικός πρόεδρος που είχει τολμήσει να χρησιμοποιήσει τη λέξη ήταν ο Ρόναλντ Ρέιγκαν κατά την διάρκεια μιας δημόσιας εκδήλωσης για τα εγκαίνια του Μουσείου Ολοκαυτώματος στην Ουάσιγκτον.

Υπενθυμίζεται ότι και ο Μπαράκ Ομπάμα είχε αναγνωρίσει προεκλογικά ότι πρόκειται για γενοκτονία. Παρόλα αυτά όμως, δεν πρόφερε τη λέξη ούτε μια φορά κατά τη διάρκεια της θητείας του.

Έτσι ο Τζο Μπάιντεν έγινε ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος τόλμησε να κάνει το επόμενο βήμα, αναγνωρίζοντας επίσημα τη Γενοκτονία των Αρμενίων, κάτι που δεν τόλμησε ούτε ο Ομπάμα.