Μαύρη Θάλασσα ή Ταϊβάν; – Πού θα ξεσπάσει η επόμενη «Κρίση των Πυραύλων»

«Ακόμη κι αν βυθίζαμε αυτό το πλοίο, θα ήταν δύσκολο να φανταστούμε ότι ο κόσμος θα έφθανε στο χείλος ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου, διότι εκείνοι που τα πράττουν αυτά γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να βγουν νικητές από τον πόλεμο αυτό». Αυτά δήλωσε προχθές ο Βλαντιμίρ Πούτιν, αναφερόμενος στο «θερμό επεισόδιο» που συνέβη στη Μαύρη Θάλασσα με ένα βρετανικό πολεμικό σκάφος.

Για να το σκεφτούμε λίγο καλύτερα. Τι ήθελε να πει και να πετύχει ο Ρώσος πρόεδρος με αυτά τα λόγια; Και πόσο δικαιούμαστε και πρέπει να ανησυχούμε;

Το πρώτο που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς είναι ότι πρόκειται για μια ευθεία απειλή. Ότι, με άλλα λόγια, διεμήνυσε προς όσους «πρεσάρουν» τη χώρα του στη συγκεκριμένη περιοχή – Αμερικανούς, Βρετανούς, αλλά και άλλους, όπως απέδειξε διαφορετικό επεισόδιο με πρωταγωνιστή ολλανδικό πλοίο – πως την επόμενη φορά θα πατήσει τη σκανδάλη.

Αν πατηθεί η σκανδάλη…

Εάν αυτό συμβαίνει και αυτές είναι οι προθέσεις του αφεντικού του Κρεμλίνου, τα πράγματα είναι πού σοβαρά και επικίνδυνα. Διότι, πολύ απλά, δεν μπορούμε να φανταστούμε πως η Ρωσία θα βυθίσει ένα νατοϊκό πλοίο ή θα καταρρίψει κάποιο αεροπλάνο χωρίς να υπάρξει αντίδραση.

Αυτό σημαίνει, όμως, ότι θα μπουν άμεσα σε εφαρμογή όλα τα υπάρχοντα σχέδια γενικευμένης πολεμικής εμπλοκής, ενώ θα τεθούν σε κατάσταση ετοιμότητας και τα πυρηνικά οπλοστάσια των δύο πλευρών. Προφανώς, παράλληλα θα ενεργοποιηθούν και όλοι οι διπλωματικοί δίαυλοι, προκειμένου να αποτραπεί το μοιραίο και, πιθανότατα, αυτό θα συμβεί – αν και σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως αποδεικνύει η εμπειρία, ποτέ δεν ξέρει κανείς πότε και πού θα σταματήσει η αντίστροφη μέτρηση…

Υπάρχει, βεβαίως, και ένα δεύτερο σενάριο. Ότι ο Πούτιν μπλόφαρε και δεν έχει πρόθεση να βάλει φωτιά στην περιοχή, την οποία μετά ούτε ο ίδιος δεν θα ξέρει πώς να σβήσει. Και ότι, απλώς, θέλησε να εμφανιστεί ως δυναμικός και αποφασιστικός, για εσωτερική κατανάλωση.

Μήπως μπλοφάρει ο Πούτιν;

Αυτό προφανώς θα μπορούσε να είναι μια καθησυχαστική σκέψη. Μόνο που δεν είναι. Διότι όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση στο γεωπολιτικό πόκερ, εάν οι απέναντι δεν «τσιμπήσουν» στη μπλόφα και απαντήσουν με ένα ξερό «τα βλέπω», τότε ο πρόεδρος της Ρωσίας δεν θα διαθέτει παρά δύο επιλογές, έχοντας βάλει τον πήχη τόσο ψηλά – είτε να ταπεινωθεί κάνοντας πίσω είτε να παίξει τα ρέστα του.

Όπως εύκολα καταλαβαίνουν οι πάντες, δηλαδή, και σε αυτή την περίπτωση τα πράγματα είναι εξίσου επικίνδυνα – αν όχι ακόμη πιο επικίνδυνα. Με ή χωρίς μπλόφα, άλλωστε, το ζήτημα είναι τι επιλογή θα κάνουν οι παίκτες: Να τα πάρουν όλα (όπως πιστεύουν) ή να αφήσουν το τραπέζι ως έχει, μέχρι την επόμενη φορά;

Παρόμοια είναι τα διλήμματα που υπάρχουν και σε ένα άλλο μέτωπο, στο οποίο οι εξελίξεις είναι πρακτικά παράλληλες. Με μία διαφορά: Εκεί, στον Ειρηνικό, απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν βρίσκεται η Ρωσία, αλλά η Κίνα (χωρίς να αποκλείεται εμπλοκή και της πρώτης σε περίπτωση σύρραξης).

Το μέτωπο του Ειρηνικού

Το βασικό διακύβευμα σε εκείνη την περιοχή έχει ένα όνομα – Ταϊβάν. Τη νησιωτική χώρα που, αν και δεν έχει αναγνωριστεί ως ανεξάρτητη ούτε από τις ΗΠΑ, συμπυκνώνει όλη την αντιπαράθεση ανάμεσα στο Πεκίνο, από τη μία, με την Ουάσιγκτον και τους συμμάχους της, από την άλλη, για την ηγεμονία στην ευρύτερη περιοχή.

Ο Σι Τζινπίνγκ, άλλωστε, δεν έκρυψε για μια ακόμη φορά πως την αντιμετωπίζει ως το πολύτιμο πετράδι στο στέμμα του και ότι δεν θα ησυχάσει εάν δεν την καθυποτάξει. Στην (εξαιρετικά επιθετική και σε πολεμικούς τόνους) ομιλία του για τα 100 χρόνια από την ίδρυση του ΚΚ Κίνας, ξεκαθάρισε μάλιστα ότι αυτό θα συμβεί, αργά ή γρήγορα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Οι Αμερικανοί, από την άλλη, δεν κάθονται με σταυρωμένα χέρια, γνωρίζοντας ότι εκεί θα κριθούν πολλά. Σύμφωνα με τους Financial Times, εδώ και καιρό βρίσκονται σε εντατικές διαπραγματεύσεις με τους Ιάπωνες, θέλοντας να διασφαλίσουν ότι θα έχουν ένα ισχυρό σύμμαχο και μια ασφαλή βάση εξόρμησης (πέρα από τα ευάλωτα αεροπλανοφόρα τους) σε περίπτωση που αρχίσουν να ηχούν τα κανόνια.

Ταϊβάν και Ιαπωνία

«ΗΠΑ και Ιαπωνία διεξάγουν παιχνίδια πολέμου και κοινές στρατιωτικές ασκήσεις για την περίπτωση μιας σύρραξης με την Κίνα αναφορικά με την Ταϊβάν, εν μέσω εντεινόμενων ανησυχιών για τη δραστηριότητα των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων. Η αρχή του σοβαρού σχεδιασμού για ένα ενδεχόμενο πόλεμο ξεκίνησε το τελευταίο έτος της προεδρίας Τραμπ, σύμφωνα με όσα είπαν έξι άτομα που ζήτησαν να τηρηθεί η ανωνυμία τους», σημειώνει το σχετικό ρεπορτάζ.

Οι εξελίξεις αυτές προφανώς συνιστούν ρήξη με το μεταπολεμικό στάτους της Ιαπωνίας και το σύνταγμά της, που επιβλήθηκε ουσιαστικά από τους Αμερικανούς νικητές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και προβλέπει αυστηρά περιορισμένο ρόλο των ενόπλων δυνάμεων της χώρας. Φαίνεται, ωστόσο, ότι τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά και η πρότερη κατάσταση πρέπει να αναθεωρηθεί – κάτι που άρχισε να γίνεται στη διάρκεια της θητείας του προηγούμενου Ιάπωνα πρωθυπουργού, Σίνζο Άμπε.

Το Τόκιο, ωστόσο, βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα σοβαρότατο και εν γένει υπαρξιακό δίλημμα, καθώς στο έδαφος της χώρας (κυρίως στην Οκινάβα) φιλοξενούνται μεγάλες αμερικανικές βάσεις. «Στην περίπτωση ενός πολέμου γύρω από την Ταϊβάν, οι ΗΠΑ θα βασιστούν στις αεροπορικές τους βάσεις στην Ιαπωνία. Αυτός, όμως, εγείρει τον κίνδυνο το Τόκιο να συρθεί στη διαμάχη, ειδικά εφόσον η Κίνα επιχειρήσει να καταστρέψει τις βάσεις, σε μια προσπάθεια να πλήξει τις ΗΠΑ», σημειώνουν οι FT.

Μαύρη Θάλασσα και Ελλάδα

Πρέπει να σημειωθεί δε ότι, τηρουμένων των αναλογιών, ανάλογα προβλήματα θα αντιμετωπίσει και η Ελλάδα, σε περίπτωση αμερικανο-ρωσικής σύγκρουσης στη Μαύρη Θάλασσα (ή αλλού στην γειτονιά). Ο Πούτιν ήδη ισχυρίστηκε, άλλωστε, πως στα πρόσφατα επεισόδια υπήρχε παρουσία αμερικανικών κατασκοπευτικών αεροσκαφών που είχαν απογειωθεί από τη Σούδα της Κρήτης.

Ταυτόχρονα, η αναβάθμιση της περιοχής της Αλεξανδρούπολης, που θα εγκατασταθούν σημαντικές δυνάμεις κρούσης των ΗΠΑ, ενέχει τον κίνδυνο η περιοχή να καταστεί «νόμιμος στόχος» σε περίπτωση σύρραξης. Κάτι που, βεβαίως, η Ελλάδα δεν έχει λόγους ούτε να επιθυμεί ούτε, πολύ περισσότερο, να επιδιώκει, ειδικά σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία.

Το σίγουρο είναι ότι με βάση τα δεδομένα που υπάρχουν, η αντιπαράθεση των ΗΠΑ με τη Ρωσία και την Κίνα δεν αφορούν μόνο τους τρεις τους. Η φλόγα μπορεί πολύ εύκολα να επεκταθεί, διαψεύδοντας την «προφητεία» του Πούτιν.

Αυτό, παρ’ ολίγο, δεν συνέβη και το 1962, κατά την Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα;

Πηγη: ΟΤ.gr